Category Archives: διηγήματα

«ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΕΣ στη ζωή μου ΕΡΩΤΑ» Ένα βραβευμένο ποίημα του Γεράσιμου Μ.Λυμπεράτου

ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΡΩΤΑ
του Γεράσιμου Μ.Λυμπεράτου

Α΄Βραβείο λογοτεχνικού διαγωνισμού  Ελληνοαυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου μελβούρνης 2017

love-narcotic_94480

Το σώμα της
στου κρεβατιού την άκρη
παρθένο μύρο και θάμπως ανάδυε.
Κι ως στριφογύριζε ανύσηχη στο στρώμα
αμέτρητες  οι εκδουλεύσεις της φαντασίας,
εικόνες του  ασύνειδου και του συνειδητού
κυριαρχούσαν
και ψίθυροι ανεπαίσθητοι του πόθου
τάραζαν την ιδια την παρουσία της και  τη σιωπή.
Λόγια της αγνότητας και της αγάπης  σμίξανε
ανατρέποντας την κάθε στιγμή η μια την άλλη.
Ξαφνικά, μια ύστατη σκέψη της
γέννησε την μεγάλη απόφαση.
Χθές ήταν πολύ νωρίς και μικρή
κρεμόταν από το φουστάνι της μάνας της,
σήμερα όμως ένιωθε  τόσο  μεγάλη!
Άνοιξε τότε με μιάς
τα παντζούρια του παραθύρου της,
στάθηκε γυμνή μπροστά στο χάραμα της μέρας
κι ανάσανε βαθιά.
Πέρα από τον  κάμπο
έφθαναν σπιθιστές οι μελωδίες της άνοιξης.
Οι εκρήξεις των μίσχων ταίριαζαν
με τις ανατριχίλες που ένιωθε στο κορμί της.
Και τότε
σαν δροσιά καταστάλαξαν οι επιθυμίες της,
π’ άφησαν πίσω το σύνηχο ταλάντευμά της.
Ζήτημα χρόνου λοιπόν  ήταν
να δρασκελίσει το παραθύρι
και τρέχωντας
ν’ ανταμώσει  στα  πρώτα σφυρίγματα,
τον αλήτη Έρωτα!

ΣΗΜ. Σκίτσο  από το διαδίκτυο

Advertisements

«ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ » ένα βραβευμένο διήγημα του Γεράσιμου Μ. Λυμπεράτου

 ΑΥΤΟ  ΗΤΑΝ
Του Γεράσιμου Μ. Λυμπεράτου

2ο βραβείο διηγήματος του λογοτεχνικού διαγωνισμού του Ελληνοαυστραλιανού πολιτιστικού συνδέσμου Μελβούρνης  2017

soothe-crying-baby

Έτσι θα ήθελε όλα να είναι. Τα λουλούδια στο φως ν’ αστράφτουν και τα πρόσωπα των ανθρώπων γιομάτα ήλιο πάντα να χαμογελούν. Με τον μήνα Μάη να  ντύνει τους ανθρώπους με  ενδύματα  αγάπης και ευαισθησίας, να τους χρεώνει  αρώματα,  χρώματα, πετάματα και γλυκές φωνούλες.
Μια τέτοια άνοιξη περίμενε. Δεν είρθε.
Και τώρα καθηλωμένος στο κρεβάτι του γήρατος έγνοια μεγάλη το είχε που δεν πρόλαβε να δει στο διάβα του χρόνου, τους ανθρώπους μονιασμένους, χαρούμενους, χωρίς φόβους κι ανασφάλειες.  Στο διάβα του χρόνου… Που εκεί μέσα  ενυπάρχει τόσο η υπέρτατη χαρά,  η ζωή όσο και η υπέρτατη λύπη, ο θάνατος.
Είναι αλήθεια, καθώς τα χρόνια περνούν θλιβόμαστε για πράγματα που δεν προλάβαμε να χαρούμε, και για  άλλα που μας προλάβανε αυτά όπως, οι πόλεμοι, η πείνα,ο κόσμος που δεν έγινε καλλίτερος. Και το γιατρικό, μια ελπίδα, μια ειρήνη, μια δουλειά κι ένα μέλλον, απουσιάζει.
Πώς τώρα  να κοιτάξει κανείς το φως, τις πεταλούδες, πώς να νιώσει τα αρώματα των γιασεμιών, το βουητό της μέλισσας; Καθώς ο ήλιος γέρνει, ακόμη  κι η σκιά μας  χάνεται απ την μια στιγμή στην άλλη, και με το σούρουπο μένουμε πάντα μόνοι.
Μισητό  το σούρουπο γιατί μας δίνει λίγο φως μόνο και μόνο να μας προετοιμάσει για τα σκοτάδια της νύχτας. Μα εμείς  ξέρουμε, πως το πρώτο αστέρι  θα φανεί στον ουρανό κι αργότερα θα σμίξει μ’ ένα ολόγιομο κίτρινο φεγγάρι κι  ακόμη ώ, νά, γέμισε ο ουρανός αστέρια, π’ αφήνουν  το σκοτάδι στην άκρη να οδύρεται παθιασμένο, όλο μίσος.
Τούτη τη διάφανη νύχτα ναί, παντού φως, φως, φως!

Άλλο η νύχτα κι άλλο το σκοτάδι.
Η νύχτα είναι ένα σύνολο από αστέρια, φεγγάρια, έρωτες, απόκρυφες σιγαλιές. Στους κόρφους της ωριμάζουνε τα πάντα κι ετοιμάζονται για τις μεγάλες αλλαγές. Άνθη , πουλιά, άνθρωποι, σαν μέσα σε όνειρα ξαποσταίνουν.
Ας μη φοβόμαστε λοιπόν. Έχουμε πολλά χρόνια μπροστά μας. Ο θάνατος Θ’ αργήσει νάρθει. Μένει  χρόνος για δημιουργία, μάθηση, να κτίσουν  φωλιές  στα μπαλκόνια τα χελιδόνια της άνοιξης.  Αυτό  είναι το ένα…

Το άλλο όμως, το σκοτάδι, πολύ δύσκολο να το καταλάβουμε γιατί συμβαδίζει πάντα με το κακό,  με τη ζωή μας που θα μας  παραλύει τα χέρια, με το αίμα μας που άδικα θα ποτίζει το χώμα. Κι εσύ, κι εγώ,  Αγωνιστής Άνθρωπος, πρέπει θα βρεθούμε κάποια στιγμή, για ν’ απαλλάξουμε τη ζωή μας απ’ τα σκοτάδια, να νικηθεί το κακό.
Δύσκολο όμως να μάθουμε  τι παίζεται με την ζωή και τον θάνατο. Τι παίζεται με το ένα ή με το άλλο κάθε φορά.
Διψάμε,  δεν υπάρχει νερό! Ελπίζουμε, μας  σκοτώνουν τα όνειρα, λίγο ήλιο ζητάμε, ο ουρανός ρίχνει αστροπελέκια κι όμως πεθαίνουμε και γεννιόμαστε κάθε φορά.
«Ω, πως πέρασε η ώρα!. Είμαι πολύ κοντά τώρα. Θα με σώσει άραγε κανείς;  Έ, εσύ που μού χάρισες τη πρώτη αγκαλιά, το πρώτο φιλί, εσύ που με συντρόφευες, που είσαι;  Έλα κοντά μου σε χρειάζομαι. Μαζί και πάλι να βηματίσουμε, πιασμένοι χέρι-χέρι μαζί  να νυχτωθούμε στο δάσος, ν’ αφουγκραστούμε το κελάηδημα των αηδονιών να κάνουμε κουβέντα,  για τα δίκια του κόσμου, να μιλήσουμε για τη ζωή και τον θάνατο».

«Ήρθες, είσαι εδώ, και με πάς…
Που με πάς καλή μου… Που βαδίζουμε… Δεν βλέπω χλόη, ούτε ποτάμια… Σαν σε άγνωστους ανεξήγητους δρόμους βαδίζουμε! Ζωή, μη με αφήνεις ζωή, δεν έχω αγαπήσει κάτι άλλο περισσότερο από σένα…Μη μου στερήσεις το φως που λάτρεψα…Δεν πιστεύω σε θαύματα, σε παράδεισους, μόνο εσένα πίστεψα. Μισώ την ακινησία, την γαλήνη του θανάτου, την αβεβαιότητά του, μη με προδώσεις!»

Είχε αγαπήσει την ζωή, κι έγινε ένα με πουλιά κι ανθρώπους. Τα πρωϊνά του άρεσε κάθε φορά να τον αγγίζουν  τα φύλλα των δέντρων  στο πρόσωπο, καθώς βημάτιζε στο δάσος.  Είχε γευθεί τι ζωή όσο κανείς άλλος, τις χαρές και τις λύπες. Ερωτεύτηκε, αγωνίστηκε, έγραψε στίχους για την ειρήνη και ύμνησε την εργατιά. Ένιωθε  Άνθρωπος  κι Άνθρωπος παρέμενε μέχρι τώρα.
Τώρα, να πάλι αυτή η καταραμένη λέξη. Τώρα, από τα μάτια του τα χρώμματα τον εγκαταλείπουν. Τώρα, η ακοή όλο και λιγοστεύει, δεν συλλαμβάνει τα φτερουγίσματα των πουλιών. Τώρα, ο νους φύρανε και ξεχνιώντε μια- μια ακόμη και οι αναμνήσεις. Τώρα, ο ουρανός , η θάλασσα, το δάσος, κι άλλα σημαντικά, δραπετεύουν από την ορασή του.

Τώρα, η ζωή είναι έτοιμη να τον παραδώσει στον θάνατο…
Τώρα, την ίστατη στιγμή, σιμά στο κρεβάτι που καραδοκούσε η υπέρτατη λύπη ξέσπασε το κλάμα  του νεογέννητου εγγονού του.
Αυτό ήταν!
Πέθανε ευτυχισμένος, αφήνοντας πίσω του την υπέρτατη χαρά να την αγκαλιάζει το κλάμα του νεογέννητου δίνοντας έτσι συνέχεια στη ζωή, για να προλάβουμε ό,τι δεν προλάβαμε!

ΣΗΜ. ΦΩΤΟ από το διαδίκτυο

 

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ 2017 του Ελληνοαυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης. ΣΤΙΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

images

Την περασμένη Κυριακή 15-10-2017  ο Ελληνοαυτραλιανός Πολιτιστικός Σύνδεσμος Μελβούρνης ανακοίνωσε τα αποτελέσματα του λογοτεχνικού διαγωνισμού 2017 κατά την διάρκεια πολιτιστικής εκδήλωσης  στην αίθουσα του Παναρκαδικού συλλόγου Μελβούρνης αφιερωμένης στον διακεκριμένο καθηγητή Βρασίδα Καραλή, ο οποίος διατηρεί την έδρα του Sir Nicholas Laurantus στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϊ καθώς και στην 63η έκδοση  του περιοδικού πολιτισμού και τέχνης » ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ» Παρακάτω δημοσιεύουμε τους διακριθέντες στον διαγωνισμό, και θα επανέλθουμε με λεπτομέρειες από την πετυχημένη εκδήλωση, όταν μας αποσταλεί σχετικό φωτογραφικό υλικό.
Σημειώνουμε  πως στους βραβευθέντες  συγκαταλέγεται και ο υπεύθυνος της ιστοσελίδας  » Βρυσούλες γνώσης» Γεράσιμος Μ.Λυμπεράτος.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Α΄Βραβείο: Καλως όρισες στη ζωή μου έρωτα-Γεράσιμος Μ.Λυμπεράτος
Β΄Βραβείο: Χαϊκού Δευτερολέπτων – Μπέτη Μεσσάζος
Γ΄Βραβείο: Ειρήνη σε σταυρώσανε- Αγγελική Βογδάνη
Έπαινος: Η πένα της Καρδιάς- Χριστίνα Σοιταρίδη

ΠΕΖΟ Ελληνική γλώσσα

Α΄Βραβείο: Απώλεια Μνήμης- Τριαντάφυλλος Καπουκρανίδης
Β΄Βραβείο: Αυτό Ήταν- Γεράσιμος Μ.Λυμπεράτος
Γ΄Βραβείο: Η φυγή- Αριστοτέλης Ανδρούτσος

POETRY IN ENGLISH

1st Prize: She was real as I am- Monika Athanasiou
2nd Prize:
Visions- Stephanie Dimopoulos
3rd  Prize:
Wellspring of My Life- Salome Argyropoulos

SHORT STORY  IN ENGLISH

1st Prize: Angels Can Fly- Dione Toukalas
2nd Prize:
 Time Bubdle Protocol- George Athanasiou
3rd Prize:
The  Amulet- Mar;ia papageorgiou

One Act Play in English

Spesial Commendation: Crome- Elena Carapetis
*****
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Συντονίστρια: Καίτη Αλεξοπούλου, ΟΑΜ, ( πρόεδρος του Ελληνοαυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης. 

ΜΕΛΗ 

Δρ Τίνα Γιαννούκου  ( ποιήτρια, συγγραφέας, ερευνήτρια)
Γιώργος Μουρατίδης (Ακαδημαϊκός, ποιητής)
*******************

ΜΕΡΙΚΑ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΑΥΣΤΡΑΛΙΑΝΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ  ΜΕΛΒΟΥΡΝΗΣ

Captureθτωβιοοοοοοοοοοο

ΦΩΤΟ Οι βραβευμένοι του διαγωνισμού  με τα στελέχη του Ελληνοαυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης, τους τιμώμενους και τα μέλη της κριτικής επιτροπής

Captureκλαε  Capture33333  Captureμμμμμμνη

ΦΩΤΟ από αριστερά 1.Η πρόεδρος του Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης Καίτη Αλεξοπούλου. 2. Ο καθηγητής του πανεπιστημίου Μελβούρνης Ν.Παπαστεργιάδης παρουσίασε το περιοδικό του Πολιτιστικού Συνδέσμου «ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ» 3. Ο τιμώμενος καθηγητής Βρασίδας Καραλής

Captureηηηηη Capture44444 Captureαλκδε

ΦΩΤΟ από αριστερα 1. Ο καθηγητής Β. Καραλής απονέμει το Α΄ βραβείο ποίησης στον Γεράσιμο Μ. Λυμπεράτο 2. Η πρόεδρος Καίτη Αλεξοπούλου με τον Γεράσιμο Μ.Λυμπεράτο. 3. Από την απονομή του Β΄ Βραβείου διηγήματος στον Γεράσιμο Μ.Λυμπεράτο

Captureδφγηξ Capture Captureπ;ασς
Captureμεσδε   Captureψωβγ   Captureλλλλλκξη

ΦΩΤΟ από αριστερά 1. Τα μέλη της κριτικής επιτροπής, Δρ τίνα Γιαννούκου και του Ακαδημαικού  Γιώργου Μουρατίδη 2. και 3. 4.5.6. Άλλες σημαντικές βραβεύσεις

Captureκκκκκωωωωω

Ευμενείς ήταν και οι εντυπώσεις  των σκίτσων -ζωγραφιών (εκτός προγράμματος) του Γεράσιμου Μ. Λυμπεράτου στην παραπάνω εκδήλωση.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ
Θέλω πρώτα – πρώτα
να εκφράσω τις ευχαριστίες μου προς την πρόεδρο του Ελληνοαυστραλιανού  πολιτιστικού συνδέσμου Μελβούρνης κα Καίτη Αλεξοπούλου και κατ’απέκταση προς τα μέλη του Δ.Σ. και της κριτικής επιτροπής βράβευσης για την ευγενική τους πρόσκληση να παρευρεθώ στην ωραία αυτή εκδήλωση του πολιτιστικού συνδέσμου.
Και νιώθω συγκινημένος που μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωριστώ με αρκετούς ομογενείς λογοτέχνες και καλλιτέχνες της Μελβούρνης.
Στο διάστημα αυτό  παρατήρησα με πόσο προσοχή και σοβαρότητα οι 200 περίπου παρευρισκόμενοι παρακολουθούσαν αυτή την υπέροχη ποιοτική εκδήλωση που ήταν αφιερωμένη σε γνωστούς συμπατριώτες μας   που πρωταγωνιστούν στα γράμματα και τις τέχνες όπως ο καθηγητής Βρασίδας Καραλής, όπως αυτοί που συμμετείχαν στην έκδοση του περιοδικού «ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ» όπως αυτοί της κριτικής επιτροπής βράβευσης.
Και καταλήγω στο συμπέρασμα  πως τέτοιοι πολιτιστικοί σύνδεσμοι, με τέτοια σπουδαία δραστηριότητα  μαρτυρούν τον ωραίο αγώνα της ομογένειας για την διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας, του πολιτισμού, τα έθιμα και τις παραδώσεις του λαού μας που συνδέονται άμεσα με την λογοτεχνία και την καλλιτεχνία. Μαρτυρούν την αδιάρηκτη πάλη του Ελληνικού λαού μας, σ αυτές τις δύσκολες στιγμές του, να μη χάσει την επαφή του  με τις ευγενικότερες δυνάμεις της ανθρώπινης προόδου. Η λογοτεχνία και η καλλιτεχνία ως ισχυρά μέσα γνώσης και ως εκ τούτου οι λογοτέχνες και καλλιτέχνες διαχρονικά ήταν ενάντια σε ό,τι μειώνει την πρόοδο της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως ο πόλεμος, οι κοινωνικές διακρίσεις, ανισότητες και κοινωνική σήψη. Γι’ αυτό και πρωτοστατούσαν  σε κοινωνικούς αγώνες για την ειρήνη , την κοινωνική δικαιοσύνη και πρόοδο. Σ αυτούς τους δρόμους της Ειρήνης , της αγάπης, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας για την  δημιουργίας ενός καλλίτερου κόσμου, θα πρέπει όλοι οι λογοτέχνες και καλλιτέχνες  να περπατήσουμε, με μοναδικό σύνθημα: «όλα για τον άνθρωπο όλα για το χαμόγελο του κάθε παιδιού» σ’  αυτόν τον πολυβασανισμένο πλανήτη μας. Σας ευχαριστώ  και συγχαρητήρια για την όμορφη εκδήλωσή σας.

Γεράσιμος Μ.Λυμπεράτος  Σύδνεϊ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ στο ΠΑΡΑΜΥΘΙ. «Το γατάκι»της Κοστούλας Ραζή Μουσμούτη

     Την Κοστούλα (Κωσταντίνα) Ραζή Μουσμούτη την έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα από τα ποιήματά της. Οι «Βρυσούλες γνώσης» έχουν επανειλημένα αναρτήσει ποιήματά  της καθώς και βιογραφικό της λογοτέχνιδας. Η βιωματική ποίηση με ό,τι αυτό συνεπάγεται είναι συνυφασμένη σε μεγάλο βαθμό με την τρίτη ηλικία.  Όμως η τρίτη ηλικία μας επιφυλάσσει εκπλήξεις, καθώς στο προσκήνιο εμφανίζεται το «παραμύθι» και γίνεται κτήμα της. Λίγο ή πολύ βέβαια το έχουν αυτό οι γιαγιάδες κι οι παπούδες. Όμως το να καθίσεις να γράψεις ένα δικό σου παραμύθι δεν είναι εύκολο. Ήταν όμως εύκολο για την Κωσταντίνα που όχι μόνο απλά άρχισε να γράφει παραμύθια αλλά να τα εκδίδει κι όλας. Ένα τέτοιο ήταν και το παραμύθι  «το Γατάκι»  που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΛΑΓΟΥΔΕΡΑ και το συστήνουμε ανεπιφύλακτα σε μικρούς και μεγάλους. Το δίδαγμα που βγαίνει από το παραμύθι αυτό, είναι πως ποτέ δεν πρέπει να δραπετεύουμε από ένα πρόβλημα που από λάθος δημιουργούμε  αλλά να αναλαμβάνουμε την ευθύνη και να το λύουμε. Γιατί μία δραπέτευση μπορεί να μας δημιουργήσει επιπρόσθετα προβλήματα.  Αλλά καλύτερα να δανειστούμε από το εξωφυλλο του βιβλίου  την υπόθεση του παραμυθιού.«Η εβδομηντάχρονη κα Μαρία , ένα γατάκι, και ένα πολύτιμο βάζο…Το γατάκι παίζει, το βάζο σπάει και μια φιλία κινδυνεύει να χαθεί…Όμως πάντα η αγάπη βρίσκει τον τρόπο να γιατρεύει τις πληγές…Ενα τρυφερό παραμύθι που θα σας συγκινήσει!»

 

Μικρό Βιογραφικό
Η Κωσταντίνα Ραζή, γεννήθηκε στην Κεφαλονιά, και διαμένει στο Αργοστόλι. Έχει τελειώσει την «Εμπορική Σχολή Αργοστολίου» Το 2012 πρωτοεμφανίζεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο, γράφονταςποιήματα, διηγήματα και παραμύθια. Τώρα σε ηλικία 76 ετών εκδίδει το πρώτο της παραμύθι, αφιερωμένο στα εγγόνια της, στα οποία διηγόταν πολλά από αυτά.

ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ  ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΤΗ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΑΛΛΟΤΑΞΙΔΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
και την ευχαριστούμε θερμά που μας επέτρεψε να αναρτήσουμε το παραμύθι της στην ιστοσελίδα μας
ΒΡΥΣΟΥΛΕΣ ΓΝΩΣΗΣ

*********

ΤΟ ΓΑΤΑΚΙ  
Εικονογράφηση Μαίρη Κυπριώτη
                                                                 

Capture το γατακι η πρωτη πανω

Της Κωσταντίνας Ραζή Μουσμούτη (Αργοστόλι)

    Στην μικρή μας πόλη ζούσε η κα Μαρία .Ήταν μια κυρία γύρω στα εβδομήντα  και κατοικούσε στο μικρό αλλά πολύ ζεστό και καλοβαλμένο σπιτάκι της. Της άρεσε να φροντίζει τα λουλούδια και τα λαχανικά του κήπου της και να κουβεντιάζει τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια έξω από την πόρτα του σπιτιού της  με τις φίλες  και γειτόνισσες  της . Ήταν πολύ ήρεμη και καταδεχτική.

    Επειδή ζούσε μόνη και η μοναξιά δεν της άρεσε καθόλου, είχε στο σπίτι της ένα μικρό χαριτωμένο ασπρόμαυρο  γατάκι, με μια φουντωτή ουρά και με ματάκια πανέξυπνα και γκριζωπά. Το τρίχωμά του ήταν πεντακάθαρο, γιατί του άρεσε με την γλωσσίτσα του συνεχώς να την καθαρίζει και να την γυαλίζει. Τα γαμψά του νύχια , προσπαθούσε να τα ακονίσει πάνω στα δένδρα του κήπου, αφήνοντας πληγές πάνω στον κορμό τους.
Ήταν παιχνιδιάρικο, σκανταλιάρικο και  πονηρό. Ήταν  πολύ χαϊδεμένο και αρκετά κακομαθημένο. Τις αταξίες του προσπαθούσε να τις καλύψει με τα γλυκά νιαουρίσματα και τα τριψίματα της ουράς πάνω στα πόδια της κας Μαρίας. Στο λαιμό φορούσε ένα καφέ δερμάτινο λουράκι με το όνομά της <<Ελενίτσα>>. Πολλές φορές προσπαθούσε να βγάλει από το λαιμό αυτό το περιδέραιο,  νομίζοντας ότι χωρίς αυτό θα ένοιωθε ελεύθερη. Η κυρία Μαρία όμως είχε στερεώσει καλά την ταυτότητα της μικρής της φίλης και την διεύθυνσή της,  αν τύχαινε  να χαθεί.
Ζούσαν αρμονικά  οι δύο  τους ! Τα βράδια καθισμένες στον καναπέ,  η κα Μαρία παρακολουθεί      τηλεόραση   και η Ελενίτσα  κοιμάται. Πολλές φορές πάλι  η κα Μαρία έπλεκε και εκείνη έπαιζε με το κουβάρι  και  την δυσκολεύει στο  πλέξιμο.
Μέσα στο σπίτι η Ελενίτσα  σουλατσάριζε  ελεύθερα χωρίς περιορισμούς.  Ξάπλωνε στο κρεβάτι, ανέβαινε στην  καρέκλα, παρακολουθούσε την  κα Μαρία στην κουζίνα  και έκανε ότι μπορούσε να φανταστεί.    Είχε ένα μικρό κουβάρι,  που μ` αυτό έπαιζε πολλές  ώρες, εξασκούμενη στο κυνήγι των ποντικιών. Το έριχνε  πάνω  στο κρεβάτι, το άφηνε να κυλίσει κάτω απ` την καρέκλα, ή το έπαιρνε στα μπροστινά  πόδια,  το πετούσε  για να το ξαναπιάσει πολύ γρήγορα.

Captureγατακι 3 φωτο
Όλα λοιπόν επιτρεπόταν στην  Ελενίτσα;
Ναι, όλα, εκτός από κάτι που η κα Μαρία της είχε ζητήσει να προσέχει.
Δίπλα στο σκρίνιο του σαλονιού, υπήρχε ένα βάζο  ενθύμιο πολύ παλιό και κληρονομιά από γενιά  σε γενιά. Αυτό  το βάζο η κα Μαρία τ` αγαπούσε πολύ και παρακάλεσε  την Ελενίτσα , να μην παίζει το κουβάρι της  κοντά,  γιατί δεν ήθελε να της το σπάσει  και αν γινόταν αυτό,  θα θύμωνε πολύ! Κάποια μέρα η κα Μαρία έφυγε και η Ελενίτσα  όπως   άλλες  φορές έμεινε μόνη. Κάθισε  στην  πολυθρόνα , κοιμήθηκε  αρκετά και με το ξύπνημα σκέφθηκε, ότι έπρεπε  να ξεμουδιάσει .Τι να κάνει λοιπόν;

    Α! Ναι το κουβαράκι. Θα ήταν το πιο όμορφο παιγνίδι για αυτές τις ώρες.

     Άρχισε τότε να κυνηγάει το κουβάρι. Το έσπρωχνε κάτω από το τραπέζι, το άρπαζε με τα  μπροστινά της πόδια, το μύριζε, το ξαναπετούσε και κατέληξε  παίζοντας στο σαλόνι. Δεν σταματούσε  όμως η Ελενίτσα! Νάτη! Tο ξαναπέταξε όλο χάρη το ξανάριξε και προσπάθησε να το πιάσει στον αέρα.
Αλλοίμονο  όμως, εκείνη την στιγμή πέφτει μαζί με το κουβάρι πάνω στο βάζο, για το οποίο η κ. Μαρία της είχε εξηγήσει τόσες φορές  την  σπουδαιότητα και την σημασία του.

φωτο 4

Ξαφνιασμένη  συνειδητοποίησε το μέγεθος της καταστροφής. Δεν αντιδρούσε . Ο φόβος και η αγωνία είχαν γίνει  κόμπος στο λαιμό της. Είχε μείνει  ακίνητη και κοίταζε  με απέραντη θλίψη τα κομμάτια.
Η λύπη της είναι πιο μεγάλη γιατί η κα Μαρία την πρόσεχε τόσο πολύ, την αγαπούσε και τα χάδια της  γέμιζαν  την ψυχούλα της τρυφερότητα. Το γατάκι μας τι έκανε για αυτήν; Τίποτε.  Ντρεπόταν και φοβόταν  πολύ. Ήταν πολύ ταραγμένη για να σκεφθεί ήρεμα. Η κα Μαρία τι θα της έκανε; Θα την μάλωνε  λίγο και μέσα σε λίγη ώρα ο θυμός θα της είχε περάσει. Έκανε ένα λάθος, θα έπρεπε να καθίσει, να το συζητήσει με τον άνθρωπο που την αγαπούσε τόσο πολύ, να της ζητήσει συγνώμη, και να συνεχίσουν και οι δυο την ζωή τους όπως και πριν. Δεν ήξερε, ότι αυτοί που μας αγαπούν, είναι έτοιμοι να μας συγχωρήσουν; Δεν το σκέφθηκε όμως.  Μόνο μια σκέψη κυριαρχούσε στο μυαλό της, ότι δεν μπορεί να  ξαναδεί την κα Μαρία.
Παίρνει την βιαστική απόφαση και χωρίς άλλη σκέψη και χωρίς να φαντάζεται, τι πρόκειται να της συμβεί, σκαρφάλωσε στο νεροχύτη και από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας σε λίγα λεπτά βρέθηκε έξω στο δρόμο.

φωτο 5

Η επαφή της με τον έξω κόσμο την  έκανε να νοιώθει  σαστισμένη και χαμένη,  γιατί η Ελενίτσα  ζούσε συνεχώς μέσα στο σπίτι και  ήταν  πολύ δύσκολο για εκείνη,  να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον.
Προχωρούσε  προσεχτικά . Έπρεπε  γρήγορα ν` απομακρυνθεί απ` αυτήν  την  γειτονιά και να βρεθεί μακριά.
Περπατούσε  πολύ ώρα. Ξαφνικά ένα δυνατό χτύπημα την πέταξε αρκετά μακριά,  και ένιωσε δυνατούς πόνους στο πόδι. Ένα μηχανάκι την είχε χτυπήσει πολύ άσχημα και πονούσε φοβερά.   Προσπάθησε να φθάσει στο διπλανό οικόπεδο .Εκεί υπήρχαν πολλά κιβώτια που θα μπορούσε να  κρυφτεί  και  να κοιμηθεί. Έπρεπε όμως να βρει και  κάτι να φάει, γιατί η πείνα  είχε αρχίσει να την βασανίζει. Ο πόνος όμως στο πόδι της ήταν πολύ δυνατός,  για αυτό προτίμησε , να τρυπώσει  σ` ένα από τα κιβώτια που ήταν σκορπισμένα γύρω και να περάσει την νύχτα νηστική. Ο ύπνος της ήταν ανήσυχος και ο πόνος από το τραύμα την ξύπνησε αρκετές φορές.
Άρχισε να ξημερώνει. Στο μισοσκόταδο ακόμα άρχισε να σκέφτεται, τι θα  έκανε το πρωί.
Ξαφνικά ένας περίεργος  θόρυβος την έκανε να τεντώσει  τ` αυτιά της  και ν` ανοίξει τα μάτια της. Ο θόρυβος  συνεχώς πλησίαζε  και μαζί μ` αυτόν  ακούγονταν και φωνές  ανθρώπων, που  συνομιλούσαν  μεταξύ τους πολύ δυνατά.
Περίμενε! Μα οι φωνές όλο και πλησίαζαν και  τα γρανάζια μιας περιστρεφόμενης πελώριας  μηχανής, ξαφνικά βρέθηκαν δίπλα της.

Capture7
Αλλοίμονο! Πως δεν το είχε σκεφθεί; Το απορριμματοφόρο γύριζε τα σκουπίδια,  που έριχναν σ` αυτό  οι εργάτες. Κατάλαβε αμέσως, πόσο μεγάλο κίνδυνο διέτρεχε.  Με προσπάθεια μεγάλη έβγαλε το κεφάλι της και προσπάθησε  να βρει τον τρόπο ,που θα μπορέσει να ξεφύγει από τον θανάσιμο κίνδυνο. Ναι!  είδε τους  εργάτες να παίρνουν τα κιβώτια  που βρίσκονταν  δίπλα της.       Έπρεπε να προλάβει. Αν  καθυστερούσε έστω  και λίγο,  θα βρισκόταν  μέσα στον κύλινδρο .  Έντρομη  και με όσες δυνάμεις της  είχαν απομείνει,  πήδηξε έξω από το κιβώτιο και χωρίς να σκέφτεται το τραυματισμένο της πόδι,  έψαχνε  κάποιο μέρος να κρυφτεί.
Τρύπωσε  στον πρώτο  θάμνο που βρήκε μπροστά της,  τρέμοντας ακόμα από ό,τι είχε δει και είχε περάσει .Προσπάθησε να δει που βρισκόταν και που θα έπρεπε να πάει.
Τι  μεγάλη έκπληξη! Μπροστά  της  βρισκόταν μια παιδική χαρά. Τι καλύτερο μέρος θα μπορούσε να βρει;  Σε λίγο όλος ο χώρος θα γέμιζε παιδιά μικρά και μεγάλα. Αυτά είναι τρυφερά και πονόψυχα σκέφτηκε,  αγαπούν και παίζουν με τα ζώα. Κοντά τους θα  μπορούσε να βρει λίγη από τη χαμένη στοργή και φροντίδα. Σιγά-σιγά άρχισε να ηρεμεί και ο φόβος της να καταλαγιάζει.

Capture9
Μέσα σε λίγη μόνο ώρα η παιδική χαρά άρχισε  να γεμίζει και τα κοιμισμένα παιχνίδια ένα- ένα  να ξυπνούν. Κούνιες ,τραμπάλες,  μονόζυγα.
Το γατάκι μας είχε μένει σιωπηλό!  Ζήλευε και  αναρωτιόταν. Με τέτοιο τρελό παιγνίδι ποιος θα την πρόσεχε;
Δεν είχε δίκιο
Να! Ένα παιδί την πλησίασε. Την σήκωσε απαλά στην αγκαλιά του. Την χάιδεψε, της μίλησε σιγανά μην την τρομάξει .Το  τρυφερό  του χεράκι άρχισε, από  το μικρό τρεμάμενο κεφάλι, για να φθάσει στο κορμάκι   και  την φουντωτή ουρά της  Ελενίτσας, που κουνιόταν πέρα δώθε, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της .
Η καρδούλα της χτυπούσε δυνατά, χαρούμενα μα και φοβισμένα. Νιαούριζε και έγλυφε τα χέρια του μικρού της  φίλου, δίνοντας πίσω ένα μέρος της αγάπης που έπαιρνε. Σε λίγο , ένας μεγάλος κύκλος παιδιών τους έχει κυκλώσει!
Όλα ήθελαν  να την πάρουν αγκαλιά, να την χαϊδέψουν,  να την παρηγορήσουν .Καταλάβαιναν  πως είχε χαθεί και ήθελαν να καταλαγιάσουν την μοναξιά  και τον φόβο της. Μερικά της έδιναν κομμάτια  από το κουλούρι τους, άλλα  της  έφερναν  νερό, και άλλα πάλι  έτρεχαν στην καντίνα να της φέρουν κάτι πιο νόστιμο.
Πόσο  όμορφα και ζεστά αισθανόταν η μικρή μας φίλη!  Άρχισε να κάνει όνειρα.  Νόμιζε  ,ότι αυτή η ευτυχία  δεν θα τελείωνε  ποτέ.  Μια καινούργια ζωή ανοιγόταν για αυτήν. Πίστευε  ότι τα παιδιά   θα είναι οι φίλοι και  σύντροφοι  για μια ζωή.
Να όμως που τα παιδιά χόρτασαν. Έδωσαν την  αγάπη που μπόρεσαν,  έπαιξαν και ευχαριστήθηκαν μαζί  της,  χόρτασαν  και ένα  ένα επέστρεφαν στα παιχνίδια,  που τόσο ξαφνικά είχαν εγκαταλείψει.
Έμεινε πάλι μόνη! Λίγο, πολύ λίγο κράτησε η χαρά της.
Απογοητευμένη, πικραμένη, κάθισε κάτω από το πρώτο παγκάκι. Η αγάπη και η στοργή των παιδιών είχαν απαλύνει και τον πόνο του χτυπημένου της ποδιού . Όμως ο πόνος  επανήλθε, για να της θυμίσει, ότι δεν έχει τίποτα  τελειώσει  και έπρεπε γρήγορα να ξεμπερδέψει  μόνη της.  Έφυγε σαν κυνηγημένος κλέφτης από την ασφάλεια του σπιτιού και  τώρα περνούσε τόσο δύσκολα  και οι δυσκολίες δεν φαίνονταν  να τελειώνουν. Και όλα αυτά γιατί  φοβήθηκε τον άνθρωπο που την αγαπούσε και την πρόσεχε.
Δεν ήταν   όμως η μόνη κακοτυχία. Στο παγκάκι που είχε βρει καταφύγιο, ήλθαν  να ξεκουραστούν  δυο  ηλικιωμένοι.

Capture10

Η Ελενίτσα μας  ήταν σίγουρη για τα καλά τους αισθήματα  μια και εκείνοι  στην ηλικία που βρίσκονται  ,   ήξεραν από πόνο, εγκατάλειψη και  απογοήτευση.
Η φίλη μας πλησίασε και με την ουρά της  χάιδεψε  τα πόδια του παππού. Με μεγάλη έκπληξη αντίκρισε, έναν παππού  εξαγριωμένο να σηκώνεται  απότομα και να την κλωτσά με πολύ δύναμη. Πως  μπόρεσε αυτός ο αδύναμος  άνθρωπος, να δείξει τόση σκληρότητα  σ` ένα τόσο μικρό  πλασματάκι;  Λύπη και απόγνωση  την κυρίεψαν. Ποια λύση έπρεπε να δώσει,  για να γλυτώσει και να μη χαθεί, όπως τόσα και τόσα ζωάκια;
Αρχίζει να σκέφτεται, ότι  μόνο αν ξαναγυρνούσε στην πολύτιμη φίλη που εγκατέλειψε από φόβο και ντροπή, θα ξανάβρισκε πάλι,  όλα όσα έχασε από την απροθυμία της να υπακούσει σε κάτι πολύ μικρό που της ζητήθηκε. Εύκολα λέγεται,  μα πώς να ξεχνούσε  όλα όσα έγιναν ; Ήταν  δύσκολο,  μα έπρεπε. Αν  έμενε έξω μόνη και απροστάτευτη, πολύ γρήγορα  θα χανόταν.
Σκαφτόταν  και προχωρούσε , χωρίς να έχει πάρει απόφαση. Όμως  χωρίς να το είχε καταλάβει έχει πάρει το δρόμο  του γυρισμού! Ήταν   νύχτα . Έπρεπε  κάπου, σε  κάποια γωνιά,  να βρει ένα  χώρο να ξεκουράσει το κορμάκι της και το χτυπημένο της πόδι.
Εκεί κοντά  είδε έναν κήπο,  με μεγάλα δένδρα και αρκετούς θάμνους, που θα της χρησίμευαν  σαν καταφύγιο,  για να περάσει εκείνη την κρύα και σκοτεινή νύχτα .Πήδησε  τα κάγκελα και χώθηκε γρήγορα στην πρώτη κρυψώνα, ανακουφισμένη και χαρούμενη που επιτέλους τα βάσανα και η ταλαιπωρία  έφθαναν στο τέλος. Να όμως ,την ανακάλυψε ο σκύλος του σπιτιού και με δυνατά γαυγίσματα ορμά  προς το μέρος της.

Capture11
Τα γαυγίσματα  έφεραν  πολύ γρήγορα το αφεντικό και έπρεπε  γρήγορα να εξαφανιστεί. Μάζεψε  τις δυνάμεις της και πήδησε πάλι τα κάγκελα. Τώρα χωρίς να σταματήσει  πουθενά έπρεπε να φθάσει στο δικό της το σπίτι, να  βρει ζεστασιά, φαγητό,  περιποίηση και αγάπη.
Έτρεχε  χαρούμενη και ανακουφισμένη. Ξεχνούσε  ακόμα και το πληγωμένο της πόδι.
Μα τι  ωραία!  Έφτασε χωρίς να το καταλάβει στην παλιά της  γειτονιά . Είδε το σπίτι της κ. Ζηνοβίας,   που όταν ερχόταν   στο σπίτι,  την έπνιγε  από τα χάδια και την κουβέντιαζε σαν να είναι το δικό της  γατάκι.  Πόση ευχαρίστηση ένιωθε δεν λέγεται  . Δίπλα ήταν  το σπίτι της κ. Φρόσως, που ήταν  πνιγμένο στα πολύχρωμα λουλούδια ,στα γιασεμιά και είχε το μικρό κοριτσάκι  την  Αννούλα  με τις όμορφες μπούκλες και τη βελούδινη φωνή. Όλες αυτές  σε λίγο θα τις ξανάβλεπε  στο δικό της το σπίτι και αυτή  θρονιασμένη στην αγκαλιά της κα Μαρίας , με μισόκλειστα μάτια  θα παρακολουθούσε  όπως παλιά,  τις συζητήσεις και τ` αστεία τους.
Έφθασε σπίτι! Να το σιδερένιο πορτόνι  και τα μαρμάρινα σκαλοπάτια  που  οδηγούσαν  στην κουζίνα. Να το χαλάκι που τις ημέρες του κρύου καθόταν  επάνω για να την ζεστάνει ο ήλιος,  έβλεπε όσους περνούσαν και να διασκέδαζε. Το καλοκαίρι πάλι στην ίδια θέση κάτω από την παχιά σκιά της μαρκίζας δροσιζόταν  από τον καύσωνα.
Ήταν έξω από το σπίτι και ήταν  ακόμα νύχτα. Σκαφτόταν ότι δεν έπρεπε  να ξυπνήσει την κα Μαρία και να την αναστατώσει αυτήν την ώρα. Θα περίμενε,   αφού πηδούσε τα κάγκελα θα καθόταν  ήσυχα στο χαλάκι, μέχρι  να ξημερώσει.
Γεμάτη συγκίνηση  προχώρησε  προς το σπίτι. Τα πόδια της έτρεμαν και όλες οι εικόνες από την απόδρασή της ξανάρχονταν  επίμονα μπροστά της και την τρομοκρατούσαν . Θυμήθηκε την  Ανυπακοή  της, την ζημιά και τα κομμάτι του σπασμένου βάζου.
Όχι δεν θ` άφηνε  το φόβο, να την κυριεύσει και να πάρει ξανά μια λάθος απόφαση. Κουλουριάστηκε  πάνω στο χαλί και αφού βόλεψε το τραυματισμένο της  πόδι,  άφησε  την κούραση να την οδηγήσει στα μονοπάτια  του ύπνου και της χαλάρωσης. Κοιμήθηκε αρκετές ώρες σαν τον παλιό καλό καιρό ξένοιαστη!
Μέσα στον ύπνο της που ήταν  βαρύς άκουγε φωνές χαρούμενες. Τα όνειρα πολλές φορές σκεφτόταν  είναι πολύ όμορφα,  σε κάνουν να νοιώθεις  ευτυχισμένα . Μα ποιο  όνειρο διαρκεί και όταν ακόμα είσαι ξύπνια; Α  ναι!  Είχε  ξυπνήσει και αναγνώρισε την τρυφερή φωνή της κα Μαρίας να την φωνάζει με τ` όνομά της και ανοίγοντας τα μάτια την  είδε να  την κοιτά με στοργή και  έκπληξη.
Χωρίς να σκεφτεί τίποτε,  πήδηξε και χώθηκε  στην αγκαλιά της φίλης  της,  που   ορισμένες μέρες πριν πίστευε,  ότι δε θα  ξανάβλεπε ποτέ.  Το χέρι της κ. Μαρίας  γεμάτο στοργή  ανεβοκατέβαινε, της σήκωνε το κεφάλι,  την κοίταζε κατάματα και φάνηκε   να μην πιστεύει πως το γατάκι  που κρατούσε, ήταν εκείνο,  που  τις προηγούμενες  μέρες, θεωρούσε χαμένο , ήταν λυπημένη και είχε κλάψει τόσο πολύ.
Σε κάποια κίνηση  η κα Μαρία πίεσε το πόδι της κι εκείνη  άρχισε να κλαψουρίζει ,δίνοντας της να καταλάβει, ότι κάτι συμβαίνει. Αυτή  έψαξε προσεχτικά  να βρει το σημείο τραυματισμού. Αφού το εντόπισε,  με τρυφερότητα  την καθησύχασε και της υποσχέθηκε ,ότι  η πρώτη φροντίδα θα είναι η επίσκεψη στον κτηνίατρο της γειτονιάς.
Η εικόνα των δύο αυτών πλασμάτων ήταν  συγκινητική. Τα αισθήματα  πλημμύρισαν  τις καρδιές τους  και  η κάθε μια προσπάθησε να μεταβιβάσει τα αισθήματά της στην άλλη. Η μικρή μας  Ελενίτσα  νιαούριζε  συνεχώς , έγλυφε την κα Μαρία σαν να της ζητούσε  συγνώμη για την ανυπακοή της και για την στεναχώρια που της προξένησε , με το σπάσιμο του βάζου  μα και την εξαφάνισή της.
Η κα Μαρία ήταν ευτυχισμένη.  Είχε ξεχάσει τα όσα έγιναν.  Είχε  ήδη συγχωρέσει την μικρή της φίλη. Ήξερε ότι,  η μικρή της φίλη κατάλαβε  πολύ καλά, τι σήμαινε για αυτήν το να μην υπακούσει και το  πιο σπουδαίο στην περιπέτειά της ότι,  ό,τι και να μας συμβεί δεν το βάζουμε στα πόδια.  Έχουμε το θάρρος να αντιμετωπίσουμε τις  συνέπειες  των πράξεων  μας. Με τους  δικούς μας ανθρώπους αυτούς που ξέρουμε πως μας αγαπούν, συζητάμε για ότι μας έχει συμβεί και εκείνοι  θα μας δώσουν την λύση και όχι να το βάζουμε στα πόδια. Με αυτές τις σκέψεις  και με την Ελενίτσα  πάντα στην αγκαλιά, η κα Μαρία άνοιξε την πόρτα  για να μπουν  στο σπίτι  και  όπως παλιά να συνεχίσουν την ζωή τους,  που διεκόπη για λίγες ημέρες.
Αφού μπήκαν, έκλεισε η πόρτα πίσω τους,   κλείνοντας  μέσα την ζωή και την ευτυχία των δύο πλασμάτων που θα συνεχίσουν  να ζουν μαζί, να νοιάζεται η μια την άλλη και να αγαπιούνται πολύ.

Capture το γατακι η πρωτη πανω

Έτσι το παραμύθι μας έφθασε στο τέλος του και εγώ σας αφήνω να ξαναθυμηθείτε  και να ευχηθείτε περαστικά στην μικρή μας Ελενίτσα.

Capture γατακι 3 κανονικο      το γατακι 1    φωτο 4    Capture9   Capture11  Captureγατακι 3 φωτο

 

 

 

ΠΡΩΪΝΟ ΣΤΙΣ ΑΚΤΕΣ ΤΟΥ BOTANY BAY

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΠΡΩΪΝΟ ΣΤΙΣ ΑΚΤΕΣ ΤΟΥ BOTANY BAY
Του Γεράσιμου Μ.Λυμπεράτου

fixedw_large_2x

BOTANY BAY, SYDNEY,  AUSTRALIA Ανατολή ηλίου

Να που η νύχτα ετράπει σε φυγή από τις επιθέσεις της μέρας, και φάνηκε το εξαίσιο χάραμα.
Κι η πρώτη ματιά του ήλιου, ερευνητική  κι ακολούθως πανευτυχής, από  τ’ αντίκρυσμα του ασυνέφιαστου ουρανού, άρχισε να εφαρμόζει σχέδιο κατάκτησής του.
Σπιθαμή -σπιθαμή ανέβαινε στα μεσούρανα προσφέροντας στα πάντα και στους πάντες  το φιλί της ζωής. Μα είχαν προηγηθεί οι γλάροι  που στο πρώτο ξέφωτο, άνοιξαν τις φτερούγες τους κι άρχισαν να πετούν πάνω από το θαλάσσιο χώρο του Botany bay. Κοντά τους κι απεναντί τους απ’ τις παραθαλάσσιες κουκουναριές  ξεπρόβαλαν κι οι παπαγάλοι με το κίτρινο λοφίο που ετοίμαζαν τους νεογνούς τους σε μια άνευ όρων θορυβώδη διαδήλωση πάνω απ΄ τις παραπλήσιες στέγες των σπιτιών  που κοιτούσαν την θάλασσα. Kι έμοιαζαν  σαν να κάνουν την πρωινή τους γυμναστική, το πρωινό ξεμούδιασμά τους ύστερα από την ολονύκτια στητή ακινησία τους στην παραλία και στα δέντρα αντιστοίχως.

Τώρα όλα   ξαναύρισκαν το  χρώμα τους, την  κίνηση τον  ήχο.

Ακόμη κι αυτή η ψυχή γαληνεμένη απ’ τους ψίθυρους των κυμάτων της θάλασσας, της πρωινής αύρας και των εικόνων του ονειρεμένου πρωίνού, ξαναύρισκε την αυτοπεποίθησή της, ύστερα από μια τρομερή νύχτα λυπηρών αναμνήσεων, επιστροφής στο χθές.
Στο χθές,  που ένα καράβι σφύριζε τρείς φορές σαλπάρωντας για μέρη άγνωστα, που ένας έρωτας πέθαινε στο κρίμα των υποσχέσεων κι ένα όνειρο για επιβίωση, πλανιόταν στους τόπους δουλειάς μια άγνωστης πατρίδας.

Είναι η πιο γλυκιά στιγμή το χάραμα της μέρας κι αν είναι καλοκαίρι ακόμη καλύτερα.

Όχι για τίποτε άλλο αλλά γιατί κανείς – κοιτάζοντας το χάραμα – δεν μπορεί να ξεφύγει από τις αναμνήσεις του χθές.
Σαν να το ζητά η ίδια η καρδιά,κάθε φορά να θέλει ν’ αδειάσει από δαύτες που έχουν ριζώσει πάνω της.
Λύπες της καθημερινότητας ανάμεσα σε σούρουπα με  πυρακτωμένα δειλινά, αυτές οι αναμνήσεις.
Τραγούδι θλιμένο που μ’ αυτό αναζητούσε την πατρίδα του την οικογενειά του ο νεαρός τότε μετανάστης.
Λύπες και στους τόπους δουλειάς, την σκληρή εργασία, την δυσκολία της γλώσσας, και τις απεριόριστες υπερωρίες για νάρθει ένα τέτοιο ξημέρωμα σαν το σημερινό.
Να μπορεί να απολαμβάνει  στην ξανθή παραλία τα πεδάκια του, που έπαιζαν. Να μπορεί να κυτάζει ναι, ό,τι δεν πρόλαβε να δεί στην νεότητά του.Ό,τι δεν πρόλαβε να γνωρίσει, την διασκέδαση, τον έρωτα καλά-καλά. Δουλειά σπίτι δουλειά.
Και τώρα αυτά τα κουρασμένα μάτια κοντά σ’ αυτό το λαμπρό φωτεινό χάραμα ξαναυρίσκουν την χαμένη διαύγειά τους καθώς, κάθε φορά  ανακαλύπτουν  το χαμένο τους χαμόγελο, στο χαμόγελο των μικρών παιδιών που έπαιζαν στην άμμο.

Κι η θάλασσα, αυτή που όλοι αγαπάμε γεμάτη ευαισθησίες είναι.

Καθώς δεν αντέχει στους κόρφους της, στην απλωσιά της τίποτε, όλα τα ξεβράζει στις αμουδιές,  ότι σχετίζεται με το άχρηστο, το  άψυχο, το θάνατο αλλά και που  κάποια από αυτά να γίνονται παιχνίδι στα χέρια των παιδιών. Αστερίες, τοπάζια, κοχύλια, δίχτια ψαράδων.
Η θάλασσα που εμπιστευόμαστε, που ακούει κάθε φορά την εξομολόγηση της ψυχής μας και  που ύστερα από μερικές βαθειές εισπνοές νιώθαμε καλλίτερα καθώς το πρόβλημά μας τελικά δεν ήταν και τόσο μεγάλο όσο πιστεύαμε.
Ωστόσο ήξερε να κρατά καλά τα μυστικά μας. Και είχαμε μυστικά. Τα πιο πολλά ήταν εκμυστερεύσεις για μια αγάπη π’ αργούσε να φανεί, κι άλλα για την απέραντη μοναξιά που νιώθαμε όλα αυτά τα σκληρά χρόνια της επιβίωσης σαν μετανάστες.

Χάραμα τώρα, μέρα. Φως, άπλετο ηλίου φως,

αγκαλιάζει των ψαράδων την “ψαριά, την περιέργεια του κόσμου τη απογείωση ενός αεροπλάνου από το κοντινό αεροδρόμιο τα αυτοκίκητα που γιομίζουν ασφηκτικά τους δρόμους.
Και σαν όλα  παίρνουν την θέση τους κι η καρδιά αλαφρώνει, βρίσκεται η ώρα να πιάνουμε από τ’ αυτί την σημερινή καθημερινότητα , την πραγματικότητα, αρχίζωντας από τους πολέμους και φτάνωντας στις οικονομικές κρίσεις, τον αγώνα των λαών για ένα καλλίτερο κόσμο.

Και τότε ακριβώς σαν να άνοιξαν τα σπλάχνα της γής,
ακούστηκε από πολύ κοντά μας το τραγούδι των Ιθαγενών από ένα ντιρεντιτζού που το κρατούσαν τα χέρια ενός ιθαγενή. Σαν ένα απόμακρο βουητό που σημάδευε  τον κάθε ένα από μας και όλους μαζί για τις ευθύνες μας , τα λάθη μας αλλά και τις δικές τους προσδοκίες,  τα ονειρά τους.
Γιατί εντελώς ξαφνικά κι αυθόρμητα αφήσαμε τα δικά μας στην άκρη καθώς σ’ αυτές τις ακρογιαλιές του Botany bay με το ντιρεντιτζού, θεριέψανε οι θρύλοι και τα μίση της εποχής του καπετάνιου Κούκ και των Ιθαγενών.  Ένας πονεμένος οργισμένος ήχος, μας ξαναγυρίζει πίσω  στα χρόνια της αρπαγής της γής τους από τους Ευρωπαίους θαλασοκράτες της Αγγλίας. Μας υπενθυμίζει πως αυτή η γή ήταν κάποτε δική τους κι έχουν δικαιώματα πάνω σ’ αυτήν που όλοι εμείς   με την σιγή μας αρνούμαστε την ικανοποίησή τους.
Έτσι είναι πάντα στις ακτές του Botany bay.
Αρχίζει με ένα λαμπερό ήλιο, με το άδιασμα των χιλιάδων Άγγλων  κατάδικων σε μια άγνωστη γι’ αυτούς γη , τον αφανισμό των Ιθαγενών από τους εισβολείς, το ξαναγέμισμα με απόκληρους μετανάστες από όλο τον κόσμο και ο επίλογος ένα ντιρεντιτζού να δίνει το παρόν για να υπενθυμίζει ένα λησμονησμένο παρελθόν, που γι’αυτούς πάντα  θα είναι ένα παρόν, που ζητά δικαίωση!

 

 

 

 

 

 

 

ΔΕΝ ΞΕΡΩ…ΔΕΝ ΞΕΡΩ… διήγημα του Γερ.Μ.Λυμπεράτου

ΔΕΝ ΞΕΡΩ…ΔΕΝ ΞΕΡΩ…
του Γερ. Μ.Λυμπεράτου

Capture

Ένα άστεγο παιδί βγήκε απ την κρυψώνα του τούτο το παγωμένο απόγευμα και πήγε στην πιο κοντινή ακρογιαλιά για να κτίσει πάνω στην ξανθή βρεγμένη άμμο. Περιφρονώντας τον χειμώνα π΄απαιτούσε ζεστασιά, ξεμύτισε για να εργαστεί μ΄επιμονή κι ευχαρίστηση πάνω σ,ένα ωραιότατο σκοπό, να κτίσει,

κάστρα με πετραδάκια,
γεφύρια με άμμο,
παραστάσεις με κοχύλια.

Ένα άστεγο παιδί που η ηλικία του δεν ξεπερνούσε τα 12 χρόνια και στην γειτονιά μας- η άκρη της άγγιζε την αγορά του RAMSGATE BEACH στο Sydney -ήταν γνωστό.
Πότε πάνω σ ένα ποδήλατο κι άλλοτε αγκαλιά με μια μπάλα ποδοσφαίρου τριγυρνούσε εκεί γύρω στην ακρογιαλιά, κάνοντας ποδήλατο ή κτυπώντας κλωτσές την μπάλα πάνω στην άμμο. Κι όταν κουραζόταν από όλα αυτά γονάτιζε στην άκρη της θάλασσας παίζοντας σαν παιδί με την  άμμο τα κοχύλια κι ό,τι άλλο ξερνούσε το νυχτιάτικο κύμα του κόλπου.
Το παιδί αυτό το ήξερα προσωπικά. Ήταν συμμαθητής  του γιού μου, το έλεγαν Άλμπερτ κι έπαιζαν μαζί ποδόσφαιρο στην ομάδα του σχολείου. Ίσως θα πρέπει να σας πω πώς τα κατάφερνε  αρκετά καλά στα γράμματα αλλά και στο ποδοσφαιρο αφού ήταν ο γκολτζής της ομάδας.
Το κακό όμως ξεκίνησε σαν  έχασε από την απάρατο ασθένεια και την μάνα του. Κι από τότε έμεινε μόνο. Κάποια κρατική υπηρεσία ενδιαφέρθηκε και κλείσανε το δωδεκάχρονο παιδί σε ένα ίδρυμα άστεγων παιδιών, αλλά για κάποια αιτία το έσκασε από το ίδρυμα κι έμενε για λίγο με ένα γέρο θείο του.
Μα κι εκεί είχε ατυχία,  ο θείος δύστροπος και γκρινιάρης έδιωξε το παιδί, κι αυτό απόμεινε στο έλεος της «φιλανθρωπίας» στο έλεος των άγραφων νόμων για τα άστεγα παιδιά. Κι από τότε , τι να πεί  κανείς…!
Πάντως εμείς οι περίοικοι το βλέπαμε συχνά όπως τώρα που παρά το τσουχτερό κρύο και τον κακό βοριά, την άραξε στην άμμο, και ξεκίνησε τις διαδικασίες για «δημιουργία.» Σε λίγο στο φως του ήλιου , στα ξέφωτα του εύθραυστου δειλινού, και με φόντο την θάλασσα θα παρουσιάσει νοητά  έργα τέχνης, δημιουργήματα.
Κι ας σφυρίζει ο άνεμος της καταστροφής, κι ας σηκώνεται το κύμα, αυτό εκεί. Κρυώνει , ίσως και να πεινάει, αυτό εκεί. Άλλωστε ποιος σοβαρός δημιουργός σκέπτεται τις απαιτήσεις της σάρκας κατά την ώρα της δημιουργικής του δραστηριότητας;

«Μη μου τους κύκλους τάρατε,»

ήταν σαν ν απαντούσε στις οσμές «ψητού φαγητού» που έφθαναν από παραπλήσιο σπητικό και του δημιουργούσαν γαργαλιστικές διαθέσεις πείνας.
Αντιστέκονταν με σθένος σ αυτές τις προκλήσεις. Έπρεπε να κτίσει όσο καιρό το ήθελε αυτό το άστατο απόγευμα, αυτός ο ήλιος που προσπαθούσε να του συμπαρασταθεί ξεφεύγωντας απ΄τα σύννεφα κάθε τόσο και λιγάκι, κι όσο δεν το ήθελε  το κρύο κι ο Βοριάς. Να κτίσει …μόνο να κτίσει…,

untitled

κάστρα με πετραδάκια,
γεφύρια με άμμο,
παραστάσεις με κοχύλια.

Ο Άλμπερτ ήταν ένα παιδί που δεν προξενούσε κάποια ιδαίτερη εντύπωση, γιατί πάντα ήταν καθαρό κι έτσι σε κανέναν δεν πέρναγε η σκέψη πως αυτό το παιδί μπορεί να έχει εξελιχτεί σε  ένα άστεγο «αλητάκι».
Ώσπου μια μέρα η αστυνομία το συνέλαβε γιατί μπαίνοντας  στο γωνιακό υπέρ-κατάστημα ειδών διατροφής κατ΄εξακολούθηση άρπαζε κάτι. Πότε μια σοκολάτα, μια μπαταρία για το φως του ποδηλάτου του κι άλλοτε τσιμπολογούσε ένα σταφύλι πρίν το χρεώσει το ταμείο που το έτρωγε όλο στα κρυφά μέσα στο ίδιο το τεράστιο υπερ-κατάστημα.
Κι έτσι βρέθηκε για μια ακόμη φορά σε ίδρυμα αστέγων της αστυνομίας για να το επιτηρούν αυτοί σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου.  Όμως κι εκεί δεν άντεξε και μόλις πέρασε την εξάμηνη ποινή του έφυγε από το ίδρυμα. Τώρα η ζωή του ήταν συνυφασμένη με παρέες .

Είχα 5 χρόνια να δώ τον Άλμπερτ να τριγυρνά στην αγορά. Οι φήμες τον ήθελαν πως κάποιοι ενδιαφέρθηκαν γι αυτόν, κι άλλες, πως… Οι φήμες είναι φήμες και καλύτερα να μη μιλάμε γι αυτές.
Σημασία είχε πως στις αρχές τον αναζητήσαμε αλλά «μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται».
Έλα όμως που  ένα βράδυ ενός ζεστού καλοκαιριού ξανάδα τον μικρό άστεγο. Κι ομολογώ με δυσκολία  τον γνώρισα. Πέρασε από μπροστά μου  εκεί στο παραθαλάσσιο παγκάκι  που καθόμουνα. Πρόσεξα πως είχε  αλλάξει πολύ. Είχε έρθει  μαζί με άλλους 4-5 έφηβους. Τρόμαξα. Όλοι τους ήταν  ατημέλητοι, ωχρά πρόσωπα παράξενα, μάτια που έσβυναν στο κοίταγμά τους. Είχαν ξεχαστεί πάνω στην άμμο στο ίδιο ακριβώς σημείο που ο μικρός άστεγος έκτιζε κάστρα και γεφύρια,  πίνοντας και καπνίζωντας ποιος ξέρει τι ; Φωνασκούσαν, έβριζαν ο ένας τον άλλο και χασκογελούσαν.

Κι ήταν κείνη η ώρα που την  μέρα  την κατάπινε η νύχτα, αφήνωντας πίσω της την αποπνιχτική κάψα του καλοκαιριού.  Ήταν η ώρα που τα χρώματα , η κίνηση το φως, οι ήχοι, όλα μα όλα ή έσβυναν ή λιγόστευαν. Τώρα ο μικρός άστεγος άκουγε στο όνομα αρχηγός. Κι αναρωτήθηκα τι απέγιναν τα κάστρα στην άμμο , τα γεφύρια και τα κοχύλια που έπαιζε μικρός;

Γύρισα σπίτι στενοχωρημένος. Βρήκα το γιό μου να διαβάζει.

-Ξέρεις είδα τον Άλμπερτ στην θάλασσα
-Μπαμπά εγώ τον βλέπω κάθε μέρα . Μένουν δίπλα μας στο «κάραβαν παρκ». Μα είναι όλοι τους αλητάκια, έμαθα.

Το δωμάτιο του παιδιού μου παράμενε ακόμη το ίδιο από τα χρόνια του δημοτικού, το κρεβάτι, δύο -τρεις αφίσες κολημένες στον τοίχο και μια μικρή βιβλιοθήκη δίπλα στο γραφειάκι του.
Σταμάτησα για μια στιγμή και  από το κομοδίνο πήρα μια φωτογραφία στα χέρια μου. Ήταν η σχολική ομάδα που κατέκτησε το πρωτάθλημα στις παιδικές κατηγορίες. Που σ αυτή έπαιζαν μαζί ποδοσφαιρο ο γιό μου και ο Άλμπερτ.
Κοίταξα τον Άλμπερτ  παρότι μικρός είχε  μια περήφανη κορμοστασιά!
Τι γυρίσματα έχει η ζωή σκέφτηκα, καθώς έφερνα στην σκέψη μου την παρέα του Άλμπερτ. Και δεν ήταν μόνο αυτό . Ένα Σαβατοκύριακο απουσιάσαμε από το σπίτι. Ήταν περίοδος σχολικών διακοπών και είπαμε να πάρουμε το γιο μας  να ξεσκάσει λίγο έξω από το Σύδνευ. Όταν γυρίσαμε  βρήκαμε την πόρτα σπασμένη. Ρωτήσαμε τον γειτονά μας αν είξερε τι συνέβη…
Ήξερε η αστυνομία όμως, που κατεύθασε εκείνη την στιγμή. Μας είπε πως ειδοποιήθκε από τον γειτονά μας προ ολίγου . Κάποια παιδιά λέει γυρόφερναν την πόρτα του σπιτιού κι ύστερα τα είδαν να τρέχουν γρήγορα.

-Ο Αλμπερτ Θα ήταν κι η παρέα του μου είπε ο γιός .

Μπήκαμε μέσα. Εγώ έτρεξα στο δωμάτιο του γιού μου . Πάνω στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του κοντά , ήταν ξεχασμένα λίγα χρήματα.  Όμως τα χρήματα ήταν εκεί . Τίποτε δεν έλειπε από το σπίτι εκτός της φωτογραφίας. Κατάλαβα. Ο Άλμπερτ θα πείρε την φωτογραφία , θα συγκινήθηκε που είδε τον εαυτό του στην ομάδα του σχολείου που  του υπενθύμησε την παιδική του ηλικία, και θα έδωσε διαταγή σαν αρχηγός να αφήσουν το σπίτι  ανενόχλητο χωρίς ν αγγίξουν το παραμικρό.

Ο αστυνομικός μας ρώτησε αν θέλαμε να κάνουμε μήνυση κατά αγνώστων . Κοίταξα την ζημιά στην πόρτα. Είχε αχρηστευθεί μα απάντησα στον αστυνομικό αρνητικά.  Όχι δεν χρειαζόταν μια τέτοια μήνυση.

Ούτε 3 μέρες δεν είχαν περάσει από την διάρρηξη του σπιτιού μας, και το κουδούνι  κτύπησε νευρικά κάμποσες φορές.
Άνοιξα και με έκπληξη είδα τον Άλμπερτ να με κοιτάζει στα μάτια ερευνητικά.
«Καλημέρα μου είπε, ήρθα να σας ζητήσω συγνώμη και να σας επιστρέψω την φωτογραφία . Ο γιός σας  θα την χρειάζεται περισσότερο από μένα. Όταν μαζέψω χρήματα θα σας πληρώσω την ζημιά που σας προκάλεσα».  Δεν τον άφησα να συνεχίσει. Τον ρώτησα γιατί το έκανε αυτό. Κι η απαντήσή του ήταν, «δεν ξέρω…  δεν ξέρω…  κι απότομα ετράπει σε φυγή».
Μετά 3 μήνες μάθαμε τα δυσάρεστα νέα, ο Άλμπερτ ήταν νεκρός. Το βρήκαν λέει στην ακρογιαλιά που έκτιζε κάστρα και γιοφύρια. Η φουσκοθαλασιά  έσερνε το ξεψυχισμένο σώμα του μέσα-έξω. Κάπιοι είπαν πως πήγε από πνιγμό, η νεκροψία όμως συμπέρανε πως πήγε από υπερβολική δόση ναρκωτικών ουσιών. Κρίμα. Δεν είχε προλάβει να χαρεί την ζωή όπως έπρεπε. Τα κάστρα θάρους κι ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο  τα αφάνησε ο κακός βοριάς , που κυκλωφορεί ανενόχλητος σε μια κοινωνία οικονομικά πλούσια αλλά με τις μάστιγες των ναρκωτικών να θερίζουν ζωές περισσότερο κι από ένα πόλεμο.

Δεν ξέρω …δεν ξέρω…  γιατί πέθανα!
Κάποιοι όμως ξέρουν. Δεκαετίες ολόκληρες  ξέρουν αλλά συντηρούν τον θάνατο για το κέρδος. Ποιός μπορεί αυτούς να τους αντιμετοπίσει; Ο αστυνομικός;  Tο κράτος;  To σύστημα; Κανείς . Εκτός κι αν τα όνειρά μας γίνουν θύελλες, κι αποφασίσουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο. Τότε -είναι σίγουρο- πως ο ουρανός, τ΄αστέρια το φεγγάρι, θα πάψουν να αιμοραγούν τις νύχτες κι ο Άλμπερτ όπου κι αν τώρα βρίσκεται αυτή την στιγμή, θα πάρει την απάντηση να μάθει ποιός τον σκότωσε στην πραγματικότητα. .  Ήταν μόλις 17 χρόνων παιδί.

Afisa_KNE_Narkwtika

 

 

ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ Οχι,ρε!!!!!δεν θα παίξω μπάλα!!!!!

Ιωάννα Καρατζαφέρη: Οχι, ρε!!!!! Δεν θα παίξω μπάλα!!!!!!!

λλλλλλλλλλλ

Η Ιωάννα Καρατζαφέρη έγραψε ένα κείμενο-μνημόσυνο, όπως το χαρακτηρίζει η ίδια, για τον κομμουνιστή, σκηνοθέτη και κριτικό κινηματογράφου Νίκο Αντωνάκο, που «έφυγε» στις 3 Απριλίου το 2009, το οποίο, και δημοσιεύουμε.

***

Ιδού, σε ποιο σημείο με έφερνε με τις επιφυλλίδες του ο Νίκος Αντωνάκος, όπως εκείνη με τον τίτλο «παίξε μπάλα, ρε», που είχε δημοσιευτεί κάποια Κυριακή στη στήλη του στο «Ριζοσπάστη».
Να χρησιμοποιώ ένα ρε που δεν είναι του πεντάγραμμου αλλά του δρόμου, όπως αναζητείται στα σταυρόλεξα.
Βέβαια, όλες οι λέξεις που υπάρχουν στο ελληνικό λεξικό είναι προς χρήση αυτών που μιλάνε την ελληνική γλώσσα.
Ομως, μπαίνει στη μέση και η οικογενειακή συμπεριφορά ή η επιλογή του καθενός μας ποια χρήση της γλώσσας κάνει.
Υπάρχουν μέρες, αυτό είναι μια εξομολόγηση, που αρνούμαι να βγω από το σπίτι μου γιατί δε θέλω να ακούσω την κακοποίηση της γλώσσας από αυτούς που περνάνε δίπλα μου ή που με προσπερνάνε ή που κάθονται στις καρέκλες των καφέ της πλατείας και μιλάνε ανάμεσά τους ή στο κινητό τους κολλημένο στο αυτί τους.

Οχι, ρε, δε θα υπακούσω στην προτροπή σου και δε θα παίξω μπάλα,
Δε θα καθίσω χαζεύοντας απέναντι από την οθόνη της τηλεόρασης, άσχετα τι προβάλλει,
Δε θα ξαπλώσω στον καναπέ παρακολουθώντας τα σίριαλ της βωμολοχίας,
Δε θα βουλιάξω στην απάθεια,
Δε θα με καθηλώσει η αδράνεια ατενίζοντας τα προβλήματα με την έγγραφη ταινία να τρέχει κάτω από αυτά, με τον ύπουλο σκοπό να με τρομάξει και να με προδιαθέσει ότι τίποτε δεν μπορώ να κάνω για την ανατροπή τους.

Captureιιιιιιιιιιιιι

Οχι, ρε, δε θα παίξω μπάλα.
Δε θα σου κάνω το χατίρι να γίνω μια μονάδα στο συρφετό,
Θα αντιδράσω,

Οχι μόνο στο να αφαιρέσω το ρε από την προτροπή σου ή να το προσθέσω στο προσωπικό μου λεξιλόγιο αλλά θα βγω στους δρόμους,
Θα ενωθώ με τους άλλους που βγαίνουν στους δρόμους επειδή ακριβώς έχουν αναγνωρίσει τα προβλήματα και επιζητούν τη λύση τους,
Θα φωνάξω μαζί τους, θα περπατήσω μαζί τους, θα συζητήσω μαζί τους, θα ταυτιστώ μαζί τους,
Και όταν γυρίσω σπίτι μου κουρασμένη, θα φτιάξω μια λίστα προβλημάτων
Κατά προτεραιότητα.
Μήπως, όμως, δεν είχα καταλάβει εντελώς την επιφυλλίδα του Νίκου Αντωνάκου και με τη δική του ειρωνική γραφή εννοούσε ακριβώς αυτό;
Δε θα επιτρέψω στους άλλους να με αλλοτριώσουν.
Θα παίξω μπάλα με τους από εδώ και θα προσπαθήσω να βάλω γκολ.
Να τους τρυπήσω τα δίχτυα.
Δε θέλω πια να είμαι ένα ήσυχο και υπάκουο άτομο.

Ναι, ρε, όλα τα πιο πάνω θα κάνω.

***

Διαγωνισμός πρωτότυπου λογοτεχνικού έργου για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ

Διαγωνισμός πρωτότυπου λογοτεχνικού έργου για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ

Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για την προκήρυξη του διαγωνισμού

594320

Με ανακοίνωσή της, η ΚΕ του ΚΚΕ προκηρύσσει διαγωνισμό πρωτότυπου λογοτεχνικού έργου. Η ανακοίνωση έχει ως εξής:

«Το Νοέμβρη του 2018 το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής, σφυρηλατημένης στο καμίνι της ταξικής πάλης με αγώνες, θυσίες και ανιδιοτελή προσφορά στην εργατική τάξη και γενικότερα το λαό μας. Στην 100χρονη διαδρομή του, αναδείχτηκε σε αναντικατάστατη δύναμη έμπνευσης και οργάνωσης του εργατικού – λαϊκού κινήματος. Αντιμετώπισε σκληρές δοκιμασίες, έμεινε όρθιο στα πισωγυρίσματα της ταξικής αναμέτρησης και – αξιοποιώντας την πείρα και τα συμπεράσματα της Ιστορίας του – προχωράει.

Με την ευκαιρία της 100ης επετείου του ΚΚΕ, η Κεντρική Επιτροπή του προκηρύσσει ανοιχτό διαγωνισμό πρωτότυπου λογοτεχνικού έργου στις κατηγορίες νουβέλας, διηγήματος, ποίησης, θεάτρου, παιδικού διηγήματος, που θα εκφράζει – μέσα από τις σχέσεις, τις καταστάσεις και τις διεργασίες στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα – την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού – κομμουνισμού.

Η ηρωική πάλη του ΚΚΕ, γι’ αυτό το νέο, το αναγκαίο, το φωτεινό μέλλον της ανθρωπότητας, θεμελιωμένο και σιγουρεμένο πάνω σε νέες κοινωνικές σχέσεις, πρώτα απ’ όλα στην κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, συνέγειρε και κινητοποίησε από την αυγή κιόλας του 20ού αιώνα μια πληθώρα λογοτεχνών και καλλιτεχνών, που έθεσαν το έργο τους στην υπηρεσία της εργατικής τάξης και κάθε αδικημένου κοινωνικού στρώματος.

Η λογοτεχνική και καλλιτεχνική αυτή πρωτοπορία, συχνά κάτω από αντίξοες συνθήκες διωγμών και στερήσεων, στην παρανομία, στα πεδία των μαχών, σε φυλακές και σε εξορίες, δημιούργησε μια γιγάντια παρακαταθήκη στον Πολιτισμό και τα Γράμματα, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη μιας νέας τέχνης: Της τέχνης για τον εργαζόμενο λαό και τη νέα κοινωνία που θα καταργήσει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αρκετοί από τους λογοτέχνες αυτούς είχαν διεθνή αναγνώριση και τα έργα τους κυκλοφόρησαν πλατιά στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και σε πολλές χώρες του καπιταλισμού.

Στις σημερινές συνθήκες ενός παγκόσμια αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων, που φαντάζει ακλόνητος και αμετάβλητος στο μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, η προοδευτική τέχνη χρειάζεται με ακόμη μεγαλύτερο θάρρος και αποφασιστικότητα να στρατευτεί στο πλευρό τους. Να μην αρκεστεί στην αναγνώριση ή περιγραφή της σάπιας, παρασιτικής καπιταλιστικής πραγματικότητας, αλλά να φωτίσει το δρόμο για την αλλαγή της, να διεγείρει και να οργανώσει τα αισθήματα και τη βούληση για τον αναγκαίο κοινωνικό μετασχηματισμό, να αναδείξει όχι μόνο την απανθρωπιά των σημερινών κοινωνικών σχέσεων, των σχέσεων ιδιοκτησίας, αλλά να ανακαλύψει και «την ανθρωπιά που δημιουργεί ο συνειδητός αγώνας ενάντια στην απανθρωπιά».

Αναμφίβολα, ο δημιουργός που βλέπει τον κόσμο διαλεκτικά, στη διαρκή κίνηση και μεταβολή του, στην εξελικτική πορεία του, είναι σε θέση να ξετρυπώσει μέσα από τις αντιφάσεις της ζωής τα σπέρματα του μέλλοντός της, συμβάλλοντας και με τα δικά του μέσα στην πάλη για το δίκιο και τη χειραφέτηση του λαού. Λίγα πνευματικά έργα σέβεται ο χρόνος και αυτά είναι προπάντων τα ιστορικά – κοινωνικά χρήσιμα.

Με τις παραπάνω σκέψεις, η ΚΕ του ΚΚΕ απευθύνεται και καλεί λογοτέχνες, ποιητές, θεατρικούς συγγραφείς, όλους όσοι ασχολούνται με την πεζογραφία, την ποίηση, το θέατρο, συγκινούνται και εμπνέονται από το ιδανικό της κοινωνικής απελευθέρωσης και εκτιμούν τον ρόλο του ΚΚΕ στην υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων, όπως και την προσφορά του στην ανάπτυξη των τεχνών και του προοδευτικού καλλιτεχνικού έργου, να συμβάλουν στο διαγωνισμό με τη δημιουργική συμμετοχή τους.

Ο διαγωνισμός διαρκεί ένα εξάμηνο από την 1η Ιούνη 2017 έως την 31η Νοέμβρη 2017. Ο δημιουργός είναι απόλυτα ελεύθερος να επιλέξει οποιοδήποτε θέμα, ύφος, στιλ, τεχνοτροπία κρίνει καταλληλότερα για την αισθητική απόδοση του προαναφερόμενου περιεχομένου.

Η Κριτική Επιτροπή

Για τη διενέργεια του διαγωνισμού συγκροτείται Οργανωτική και Κριτική Επιτροπή. Η Κριτική Επιτροπή που θα αξιολογήσει τα έργα αποτελείται από τους:

Λουκά Αναστασόπουλο, μέλος του Γραφείου του ΚΣ της ΚΝΕ και του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ.
Ζωή Βαλάση, συγγραφέα παιδικού βιβλίου και κριτικό.
Γρηγόρη Δελημάρη, φιλόλογο, εκπαιδευτικό.
Μπάμπη Ιωάννου, συγγραφέα, σκηνοθέτη θεάτρου και κριτικό Τέχνης.
Γιώργο Κακουλίδη, ποιητή.
Γιώργο Κεντρωτή, καθηγητή Θεωρίας και Πράξης της μετάφρασης του Ιόνιου Πανεπιστημίου.
Βασίλη Κολοβό, λογοτέχνη και ηθοποιό.
Παρασκευή Λίτσιου, επιμελήτρια της «Σύγχρονης Εποχής», φιλόλογο.
Μιχάλη Μερακλή, ομότιμο καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, επικεφαλής του Τμήματος Πολιτισμού.
Βασίλη Μόσχο, φιλόλογο, υποψήφιο διδάκτορα Σύγχρονης Ιστορίας.
Ρίτα Νικολαΐδου, διευθύντρια του περιοδικού «Θέματα Παιδείας», φιλόλογο, εκπαιδευτικό.
Βαγγελιώ Πλατανιά, Γραμματέα του Τομέα Καλλιτεχνών της Κομματικής Οργάνωσης Αττικής του ΚΚΕ, φιλόλογο.
Μαρία Πεσκετζή, διδάκτορα λογοτεχνίας, μέλος του ΔΣ της Πανελλήνιας Ενωσης Φιλολόγων.
Σίσσυ Πολυκάρπου, μέλος του Τμήματος Πολιτισμού της Κομματικής Οργάνωσης Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ, φιλόλογο.
Αποστόλη Χαρίση, μόνιμο συνεργάτη της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ, διδάκτορα κοινωνιολογίας.

Οροι συμμετοχής

Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι ανεξαρτήτως ηλικίας.

Καθένας έχει το δικαίωμα να λάβει μέρος ακόμη και σε δύο (2) θεματικές κατηγορίες, ως εξής:

Α. Νουβέλα με ένα (1) έργο,
Β. Διήγημα έως και δύο (2) έργα,
Γ. Ποίηση έως και τρία (3) έργα (ποιήματα),
Δ. Θέατρο με ένα (1) έργο,
Ε. Παιδικό διήγημα έως και δύο (2) έργα.

Εκταση έργων: Νουβέλα μέχρι 50.000 λέξεις, Διήγημα: μέχρι 20.000 λέξεις, Ποίημα: μέχρι 50 στίχους έμμετρους ή ελεύθερους, Θεατρικό κείμενο: μονόλογος ή διάλογος, μέχρι 10 σελίδες Α4 (ενδεικτική έκταση), Παιδικό διήγημα: μέχρι 20.000 λέξεις.

Τα έργα θα πρέπει να εκφράζουν το πνεύμα της προαναφερόμενης Ανακοίνωσης του Διαγωνισμού.
Τα έργα θα πρέπει να είναι ανέκδοτα και αδημοσίευτα σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή (e-book, ή σε blog).
Ο δημιουργός αναλαμβάνει την ευθύνη ότι το έργο που καταθέτει είναι δικό του δημιούργημα.
Τα κείμενα θα αξιολογούνται εφόσον αποστέλλονται σε δακτυλογραφημένη μορφή: Word, Α4, 12άρια γράμματα Times New Roman.
Τα έργα υποβάλλονται μέσω ταχυδρομείου, σε πέντε δακτυλογραφημένα αντίτυπα με ονοματεπώνυμο, διεύθυνση και τηλέφωνο, που θα αναγράφονται στο επάνω δεξιό μέρος του κειμένου καθώς και σε μορφή cd ή σε flash card. Τα πέντε αντίτυπα, το cd ή flash card και ο μικρός φάκελος να σταλούν με απλή επιστολή (όχι συστημένη) στη διεύθυνση: Λεωφ. Ηρακλείου 145, Ν. Ιωνία, ΤΚ 14231.

Στο επάνω αριστερό μέρος του φακέλου αποστολής να αναγραφεί το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του δημιουργού.
Τα υποβαλλόμενα κείμενα δεν επιστρέφονται.
Ημερομηνία υποβολής είναι μέχρι 31 Νοέμβρη 2017. Θα λαμβάνεται υπόψη η σφραγίδα του ταχυδρομείου.
Τα βραβευθέντα έργα θα ανακοινωθούν στα επίσημα όργανα του Κόμματος, έντυπα και ηλεκτρονικά.
Τα έργα που θα διακριθούν θα δημοσιευτούν από τη «Σύγχρονη Εποχή».
Οσοι πάρουν μέρος στον διαγωνισμό αποδέχονται τα παραπάνω και τα αποτελέσματα της κρίσης της Επιτροπής.
Βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων, καμία παραβίασή τους δεν θα προκύψει από τα παραπάνω.
Για την επικοινωνία και την πληροφόρηση των συμμετεχόντων σχετικά με την εξέλιξη του διαγωνισμού έχει δημιουργηθεί ειδική σελίδα στον διαδικτυακό ιστοχώρο του Κόμματος www.kke.gr. Η μετάβαση γίνεται μέσω γραφικού που υπάρχει στην αρχική σελίδα του ιστοχώρου».

POEMS and short story bay Ioanna Karatzaferi-in Greek and English

Από τα παλιά
Της Ιωάννας Καρατζαφέρη

images8FP17X90

Στης Αθήνας τα παρτέρια
Φώλιασαν άσπρα περιστέρια

Στα σκοτεινά της τα μπαλκόνια
Άνθισε μια κόκκινη μπιγκόνια

Στα καπνισμένα της σκαλιά
Ξεφύτρωσε μια πασχαλιά

Πίσω από τα κλειστά παράθυρά της
Τραγουδούν παλιά τραγούδια τα παιδιά της

Μπρος στις πόρτες με τα πολλά ονόματα
Στέκονται άνθρωποι με γελαστά τα στόματα

Ψηλά από τις ταράτσες οι κεραίες
Πετούν τα χελιδόνια και φαίνονται ωραίες.

********
ΔΟΘΗΚΕ Η ΕΝΤΟΛΗ
Της Ιωάννας Καρατζαφέρη

200_s

Το κόκκινο φωτάκι μου έκλεισε το μάτι
κι η λευκή σελίδα γλίστρησε
στην πλατιά εγκοπή
και η απάντηση
βγήκε αθόρυβα
στιγματισμένη
Ήταν χαράματα μιας φθινοπωρινής μέρας
που μόλις άρχιζε

να σκάει ο ήλιος τις πρώτες του αχτίδες
στ’ απέναντι τζάμια
που μου έκρυβαν τον ορίζοντα

ΣΗΜ. Τα δύο ανέκδοτα ποιήματα γράφτηκαν από την Ιωάννα Καρατζαφέρη πριν πολλά χρόνια.

********

ΔΙΗΓΗΜΑ-SHORT STORY

This short story is one of nine that compose Ioanna Karatzaferi’s last book of short stories. It was published by Kastaniotis Editions, one of the leading Publishing Houses, in Athens, Greece, mid – June, 2007.
The book’s title is:
BIO-STORIES
Politically incorrect

978-960-03-4447-9b

The full moon is female,
There was not any Egyptian girt. That is just fiction.

 

A RED FULL MOON

images

I had stood exactly across her. I knew exactly the spot from where she would rise, as well as I knew the date, my first look at the calendar every first of the next month.
First week in August, over ninety degrees Fahrenheit and the sun to set at 8.03: the full moon was just an expectation.
For years now at this time of the season, close to my return to Greece, I was captured by nostalgia, of which the largest part touched the faces and the objects or the ways of living that I was to leave behind me.
My usual exit from this feeling was to take a walk in the neighboring Water Plaza, circled by four skyscrapers, inhabited by the familiar mixture of the people of New York, facing the East River.
The last several years most of them were Indians, Pakistanis, all kind of Arabs and others who had come from Africa, Asia, the former Democracies of the Soviet Union and Eastern Europe.

I had lived willingly thirty three days and nights locked in my apartment, watching on television the war between Israel and Lebanon, the events in Middle East with the predictions that in Iraq the everyday attacks, deaths and wounded people and collateral damage will lead to a civil war, and this short walk with the view of the East River, the lights that fell on the slow-moving waters, the lit skyscrapers farther than the United Nations Building, in the North, the sense of the breeze, that blew through green bushes and tussled the fringes on my forehead, brought me back to reality, as I was entering into the night.
The sun would set at 8:03 and at that moment I was stepping out of my door.
It was the night of the full moon of August and I wouldn’t miss an inch of its coming up over the skyline of the opposite bank of the River.
At the Plaza there were wooden chairs, benches and easy chairs to be used by the residents, some of whom were watching their children play protected by the security men or simply enjoying the cool landscape, the horizon, the small boats cruising up and down the river, or listening to strains of popular songs and ethnic tunes, as they gazed at east side.
Finding an empty bench for three, I sat at one end, across from the moon rise, and waited not only for the full moon, but for anyone to come sit or perhaps two more people, and start talking, to ask them what Arabic they spoke, if the language differed from one state to the other, from Sunnites to Shiites, or if the Koran united them all, at least, linguistically.
Many came, women dressed in the Indian fashion, others with silk shawls, men having short black beards, thick black brows, knit caps on their skulls, carrying bags, pulling chairs around the tables, setting dishes with rich smells, bottles of water with visible brands on, so that nobody could think wrongly of alcohol, and starting to eat along with loud conversation.
As I was phrasing my questions in my head, although I knew from previous occasions, I would never receive no answers, I saw the horizon becoming  reddish.
The full moon, I exclaimed within me, and indeed it was!
A huge scarlet red round burning baking tin was slowly rising. I was willingly falling into captivity, as it was a real, but not approachable adored beloved, who did not know about my existence.
An all red full moon, as if painted with blood. Rising, she was gradually losing her color, which turned paler, until she started turning yellow.
If at that time, I was slaughtered what color my blood would be? Would it be red or yellow?
The full moon which gradually was getting smaller on her rising and she was now reaching the fourteenth floor of the southwest skyscraper had exiled me from this world.
And I would remain in exile for an indeterminate time, if a voice close to me had not asked me if the seat next to me was available. It was. Actually two seats were free.
The woman, chubby, a little dark, her features visible by the moon light, had not any special characteristics, so that I could remember her later.
From the first words that we exchanged, I understood that she had not come for the moon, of which she did not know the phase and had not even noticed her, but for a little natural coolness.
She resided in one of these skyscrapers for a year now, she had not made any acquaintance with other residents and she rarely came down to the Plaza. At work air conditioning, at home the same, she felt she needed some fresh air.
“Me, too”, I said without mentioning that I had not gone to work for thirty three days and perhaps I was already fired.
I didn’t know it because I didn’t answer the telephone calls I was receiving. I didn’t feel talking with anyone.
“Which building you live at”? She asked me.
“I don’t live in this Plaza. I live at the South Plaza, two blocks down”.
“Do you come here often”?
“At least once a month”, I answered.
“Why so?”
“I come for the full moon”.
“For what”?
Her face was round, her eyes colorless, her lips pale, her hair just hair.
“An old acquaintance”
There was silence.
When the moon passed behind the back of the skyscraper B, she would follow the west line. Then she would pass out of my windows and would light the floor of my room. She would keep me company.
“When did you come here? It’s so hard to rent a place” I said.
“I work for the United Nations and there is, I think, a policy for us, because we are not permanent employees and therefore permanent residents”.
I knew about it, and it was of no interest to me, but I was listening.
“I saw these buildings being built”.
“When was that?” She asked.
“Many years ago”, I answered.
“The wind shakes them a little”.
“The rivers and the sea ports are always windy and the tall buildings should have some suppleness”.
“You look a little depressed”.
“I am”.
“Do you live alone?”
“Yes”.
“Me, too”.
“Where are yours?”
“In Egypt”.
“I’m sorry””
“Why?”
“I’m afraid of wars because they can be extended”.
“Which wars”?
“The ones going on in Israel, Lebanon, Iraq, Palestine, and the Greater Area”.
I didn’t mention Egypt, although I had in my mind the world map and I knew the adjacent countries, I didn’t want to scare her.
I didn’t say anything about the deportation of the Greeks from Egypt at Nasser’s time. She would know about it, at least as a chapter of history”.
“Don’t be afraid”, she appeased me.
She might know something. For the United Nations, she worked… I thought.
“I cannot see fathers holding in their arms killed children and cry Allah is great. Not rabbis carrying guns”.
“Where do you see all this?”
“On television”.
“I don’t watch it”.
Was she fooling me?
“I am not concerned about the gender, the ethnicity, or the religion of the people that are killed, get wounded or their houses being demolished”, I continued.
“For some people religion is more powerful that their own life”.
“I cannot compromise with this way of thinking”.
“It’s not necessary”.
For an Egyptian woman, I found her rather cold.
“We the Greeks”, I said declaring thus my origin, “have another stand towards the Arab world”.
“What stand?”
“Although, we are no Moslems…”
“I’m Coptic”, she interrupted me.
“And I am an atheist”, I said, and I rose first.
Whatever she said behind my back, I didn’t hear it.

I left Water Plaza, walked towards First Avenue and instead of turning right to go home, I turned left to the Eighteenth Street, where the Montgomery restaurant was situated, its doors and windows painted deep blue, like the Corinthian sea.
The stools at the bar, from one end to the other, were taken. The television screen had almost the same length, and the customers, holding a glass of beer or any other liquor in their hands, were watching a baseball game.
There was not a seat available for me.
I asked the head waiter if there was any available seat in the dining room. There were booths, which I favor, separated by cut glass representing life scenes.
He took me to a booth for two and I sat.
My back was turned to the main door, a rashness of the moment, which meant that I couldn’t see who was going out, mainly who was coming in and what he was carrying in his hands, to have the time to run out in case of a terrorist act, while I was watching at another smaller television set moving images of a movie, and I couldn’t realize if it was in the South Pacific, made in Hollywood, where in the battles only Japs were killed, or if they were scenes from the war in Iraq or somewhere else in the Middle East, where plains dropped bombs.
Hurrah! We killed them dead.
Both television sets were playing in full sound, but I didn’t care because I was not talking with anyone and actually I gave the waiter my order by pointing out with my finger on the menu.
He nodded his head, indicating that he understood, and left.
He came back in a short while with the dishes.
I looked down the plates, the mixed salad’s colors, the medium cooked hamburger, the French fries, the beer glass with the white head and I wanted to kick them all up high to the air.
I bit my lower lip –something I used to do when I wanted to get more patience from within me, and tightened my fists.
The booths are not for lonely people, for them is the bar.
There you have the chance to speak with the one at your left or right, standing or sitting, even with any other who stands behind you.
I forked the half baked mince, between the horizontal pieces of the roll, I picked on some fries and green leaves, I drank non stop my beer, left the tip on the table, paid the cashier and left.
The pedestrians on the sidewalks under the full moon, we were a little or more crazy. It was shown in our expression, stride, stoppage before the benches of the vegetable and fruit benches of the 24 hour Korean stores, rash words we exchanged with the passers bye, but I didn’t care at all.
I stopped in one of the stores, bought two mangos, a tall sun flower and continued my way home.
I have loved Van Gogh from my first high school years.

I opened my door slowly and entered my apartment tiptoeing, like I was careful not to awake someone sleeping.
I took off my shoes in the entrance and got into my room. The full moon light was falling on my pillow with a design of iron bars and I counted them, light or dark.
I went to the kitchen to see if any roach was crawling on the walls, or any other was hiding in the sponge with which I washed the dishes, if any mouse was caught in the glue trap, turned to the living room to see if the pillows on the coach were in their place, if the television was shut off, although I didn’t hear any noise and its light didn’t reflect on the opposite wall.
Back to the kitchen I opened the refrigerator and stood for a few minutes in front of the open door. It was empty.
I remembered Aristides, with his blue eyes, was not alive any more.
“If any mouse falls from one shelf to the other in your refrigerator, it will be a suicide headlong”, I heard him saying as he opened it for a bottle water.
Some die alive and some die crazy.
I turned to my room. I lied down on my bed and put my head on the pillow.
I felt the light of the full moon on my face, a dried plain, on my eyes, two ponds where no idol was reflected, a mouth closed like a safe of secret white documents and on my jaw, that time has flattened its small cliff.
I had broken the bars on my pillow.
Golden bars, golden cage.

Ioanna Karatzaferi

 

 

ΣΥΖΗΤΗΣΗ «Σχέση ποίησης και ποιητή»Από την Πέμπτη 1 του Ιούνη και κάθε μέρα. – ΚΙ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ για σήμερα

μμμμμμμμμμμννννννννβββββωωω

ΑΠΟ  ΤΗΝ 1η  ΙΟΥΝΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ στις ΒΡΥΣΟΥΛΕΣ ΓΝΩΣΗΣ

*************************************

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ
Της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

780paidiki-ftoxia

Αιώνες, τώρα, την περιμένουμε να ‘ρθει. Πανώρια κόρη, να κουβαλά στα μαλλιά της τα χωρατά των χελιδονιών, το γέννημα της ελπίδας και δυο μαγιάτικα στεφάνια φορεμένα με κόκκινες παπαρούνες στο λαιμό∙ κι εμείς, διαρρήκτες του Ήλιου, να δράξουμε το  πράσινο κλωνάρι απ’ το φουστάνι της∙ να ξεχαστούμε λιγάκι κάτω απ’ τα μάτια του ξάστερου ουρανού της.

Αιώνες, τώρα, περιμένουμε τις ομορφάδες της. Χαρούμενα πουλιά να πετούν πάνω απ’ τις κληματόβεργες, να ζευγαρώνουν την αρμονία, τη δημιουργία και να  κουβαλούν ειρήνης μηνύματα στην άκρια της γης.

Φωτεινά πρωινά και μεγάλα, περιμένουμε. Ροδαλά  σούρουπα, μ’ άστρα να τρέμουν σε μουσκεμένα απ’ τη αναμονή, βλέφαρα. Μια άνοιξη όλο αγάπη κι ένα καινούργιο ξεκίνημα αγώνα, που απ’ τις πληγές της σταύρωσης να επουλώνονται τα τραύματα. Να φουσκώσουν στα σπλάχνα μας οι  κοιμισμένοι σπόροι  κι απ’ την αδράνεια του χειμώνα να ξεφεύγουμε….

Αισθήσεις  βέβαιης ζωής  να μεταγγίζονται στο αίμα μας, περιμένουμε.  Να ραγίζει η πέτρα κι επάνω της να φυτρώσει το θυμάρι, η ρίγανη, το μελισσόχορτο, η άγρια μέντα, ο σπόρος του ψωμιού. Να καρποφορήσουν τα άγονα  βουνά, να βουίξει μελίσσι η θέληση του κόσμου.  Να ξυπνήσει  η ποίηση μέσα μας.  Να  πλημμυρίσουν τις καρδιές μας οι γιορτινές μουσικές.

Τη ζωή περιμένουμε να ανθίσει μαζί  με τα ζωηρά χρώματα των λουλουδιών. Να μεταλάβουμε τον αστείρευτο αγώνα.  Να, έτσι όπως γκαστρώνεται  η γης το χώμα και το νερό και με το χάδι του ήλιου στέφεται όλους τους θησαυρούς, δίνοντας υποσχέσεις αιωνιότητας στο πέρασμα των χρόνων.

Αιώνες, τώρα, περιμένουμε  την Άνοιξη να ‘ρθει. Να βγούμε στη στράτα της, να πλέξουμε τραγούδια, να λιώσουν οι πάγοι, να κελαρύσει δροσό νερό…

ΠΑΙΔΙΚΗ λογοτεχνία «Η ΣΥΚΙΑ» Ιωάννας Καρατζαφέρη

untitled ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ

Η ΣΥΚΙΑ
και τα πράσινα φύλλα

images

Το σπίτι του παππού στο χωριό είναι πέτρινο.
Και έχει μια μεγάλη αυλή.
Η αυλή έχει γύρω – γύρω μάντρα.
Η μάντρα έχει μαύρα, σιδερένια κάγκελα.
Μέσα στην αυλή έχει δέντρα.
Το πιο μεγάλο δέντρο είναι η Συκιά.
Η Συκιά έχει πολλά κλαριά.
Τα κλαριά έχουν πολλά πράσινα φύλλα.
Το καλοκαίρι κάνει σύκα.
Η Συκιά μου αρέσει πολύ.
Είναι τόσο ήσυχη. Σαν μια μεγάλη γιαγιά που κάθεται στη γωνία και λέει παραμύθια.
Το σπίτι είναι πάνω και κάτω.
Για να πάμε πάνω ανεβαίνουμε μια πέτρινη σκάλα.
Για να πάμε κάτω κατεβαίνουμε την άλλη πέτρινη σκάλα.
Το πάνω σπίτι έχει μια βεράντα.
Η βεράντα έχει μαύρα, σιδερένια κάγκελα όπως η μάντρα.
Όλα τα βλέπω ανάμεσα από κάγκελα.

images8GXFC0LC

Οι γάτες περνάνε ανάμεσά τους.
Ξέρουν πότε τελειώνουμε το φαγητό και έρχονται. Όταν περπατάνε δεν ακούγονται καθόλου.
Η μαμά μου έχει για τις γάτες τα δικά τους πιάτα.
Σ’ αυτά τα πιάτα βάζει το φαγητό του. Οι γάτες το μυρίζονται από μακριά και τρέχουν αθόρυβα. Κρύβουν τα νύχια τους από το τρίχωμά τους. Τότε πέφτουν με τα μούτρα στο φαγητό τους. Όταν χορτάσουν βγάζουν τη ροζ γλωσσίτσα τους και γλείφουν τα χείλη τους.
Μόλις φάνε οι γάτες, σηκώνουν την ουρά τους, Μετά πάνε και τρίβονται στα πόδια της μαμάς μου.
Καλά, καλά, λέει η μαμά μου. Το κατάλαβα το ευχαριστώ που μου είπατε.
Τώρα κι εγώ έμαθα όταν τελειώνω το φαγητό μου να λέω, ευχαριστώ, μαμά.
Οι γάτες ποτέ δεν έχουν μιλήσει, όπως μιλάμε εμείς, αλλά λένε νιάου, νιάου, και η μαμά μου νομίζει ότι έτσι μιλάνε.
Κι έτσι οι γάτες νομίζουν ότι μιλάνε όπως εμείς.

imagesLPJ0EUGM

Η γάτα που μου αρέσει πιο πολύ έχει άλλοτε πράσινα μάτια και άλλοτε κίτρινα. Είναι άσπρη και στο λαιμό της έχει μια μαύρη τριχωτή γραβάτα.
Επειδή δεν ξέρω το πραγματικό της όνομα, τη λέω Ασπρούλα.
Νομίζω πως δεν με αγαπάει όπως τη μαμά μου, που τους βάζει φαγητό στα πιάτα τους. Ούτε όσο την αγαπάω εγώ γιατί δεν ξέρω τι γλώσσα μιλάει.Άμα φάει, βγάζει μια μικρή, ροζ γλωσσίτσα και γλείφει τα χείλη της.
Τότε μου αρέσει πάρα πολύ.
Ύστερα έρχεται από άλλη γειτονιά ένας μεγάλος, μαύρος γάτος και οι γάτες το σκάνε. Πηδάνε μέσα από τα κάγκελα της βεράντας και η μια σκαρφαλώνει στην πορτοκαλιά, η άλλη στη Συκιά και κάποια άλλη χάνεται.
Τότε μένω πάλι μόνη μου στη βεράντα.
Κάθομαι σε μια καρέκλα και κρέμονται τα πόδια μου.
Στη βεράντα είναι στημένο ένα τραπεζάκι με καρέκλες. Είναι όλα σιδερένια και τα λένε εξοχικά.
Το πρωί πίνω εκεί το γάλα μου.
Η καρέκλα έχει μαξιλάρι, αλλά τα πόδια μου πάλι κρέμονται. Τα κουνάω μπροστά και πίσω.
Μελίνα, γιατί δεν πας να παίξεις; με ρωτάει η μαμά μου.
Η φωνή της είναι μαλακιά και θέλω να της πω:
Μου αρέσει εδώ μαζί σου, αλλά δεν το λέω.
Θα περιμένω να έρθουν τα παιδιά , λέω και κοιτάζω τη Συκιά.
Τα παιδιά μένουν στο παρακάτω σπίτι, ή στο παρακάτω. Μετά την Παιδική Χαρά.

imagesX4CEMFPY

Τα παιδιά που παίζομε μαζί είναι αδελφάκια. Ο Τάκης και η Τασία.
Το σπίτι τους είναι της μαμάς τους και του μπαμπά τους.
Το δικό τους σπίτι έχει ένα μικρό κήπο και λίγα δέντρα.
Η σκάλα έχει άσπρα σκαλιά από μάρμαρο.
Άμα κάθομαι στα σκαλιά, το μάρμαρο είναι κρύο.
Όμως, δε με νοιάζει γιατί είναι καλοκαίρι.
Ο μπαμπάς τους είναι μαρμαράς.
Ο μπαμπάς μου λέει ότι είναι καλός μαρμαράς.
Η μαμά τους είναι μόνο μαμά.
Η μαμά τους όλο μαγειρεύει. Φτιάχνει και κουλουράκια.
Τα κουλουράκια είναι νόστιμα να τα τρως με το γάλα σου.
Το γάλα είναι άσπρο σαν το μάρμαρο.
Εγώ το γάλα μου το πίνω κρύο.
Το γάλα είναι κρύο σαν το μάρμαρο.
Αλλά μου αρέσει.

imagesY4IF7YF6

Όταν πίνω το γάλα μου έχω άσπρο μουστάκι.
Σκουπίσου, λέει η μαμά μου και γελάει.
Τότε βλέπω τα ωραία άσπρα δόντια της.
Τα βουρτσίζει στο μπάνιο. Στο βουρτσάκι βάζει την άσπρη κρέμα για τα δόντια.
Γελάω και εγώ.
Άμα γελάω δεν φαίνονται όλα μου τα δόντια.
Τα μπροστινά μου δόντια έχουν πέσει.
Το σπίτι του παππού των παιδιών είναι αλλού.
Η αυλή του είναι γεμάτη πορτοκαλιές. Έτσι τα λένε τα δέντρα που κάνουν πορτοκάλια.
Τα πορτοκάλια κάνουν την πορτοκαλάδα.
Έχει και δέντρα που κάνουν μανταρίνια.
Αυτά τα δέντρα τα λένε μανταρινιές.
Τα άλλα που κάνουν τα λεμόνια, τα λένε λεμονιές.
Εγώ πίνω κάθε πρωί πορτοκαλάδα. Τα πορτοκάλια τα στύβει η μαμά μου.
Δεν ξέρω τι θα έτρωγα και τι θα έπινα αν δεν ήταν η μαμά μου στο σπίτι.
Ο μπαμπάς δεν ανακατεύεται ούτε με τα φαγητά, ούτε με το γάλα, ούτε με τις πορτοκαλάδες.
Τα παιδιά φέρνουν ξύλα και χαρτόνια και κουρέλια και κουμπιά και κλωστές και σπάγκους και άδεια κουτιά και καπάκια από μπουκάλια και ένα σωρό άλλα πράγματα.
Καθόμαστε στα σκαλάκια ή κάτω από τη βεράντα για να μη μας καίει ο ήλιος και φτιάχνουμε παιχνίδια.
Τα δικά μου, που τα έχομε αγοράσει από τα μαγαζιά παιχνιδιών, δεν τους αρέσουν και πολύ. Θέλουν να φτιάχνουν τα παιχνίδια τους μόνα τους
Πρώτα τα ζωγραφίζουν στα χαρτιά και μετά αρχίζουν να τα φτιάχνουν.
Όταν είμαστε τρία ή τέσσερα ή πέντε παιδιά, ο Τάκης λέει:
Τώρα είμαστε εργοστάσιο.

imagesM3ETITYXΤότε μοιραζόμαστε τα πράγματα και αρχίζουμε να δουλεύουμε. Όλοι κάνουμε κάτι. Άλλος κόβει, άλλος ράβει, άλλος κολλάει, άλλος ζωγραφίζει και άλλος βάζει τα πράγματα στη σειρά.
Εγώ πιο πολύ κοιτάω πώς τα φτιάχνουν.
Τη δουλειά δεν την τελειώνουμε για να έχουμε κάτι να κάνουμε και την άλλη μέρα.
Την άλλη μέρα έρχονται να παίξουμε πάλι.
Καμιά φορά φέρνουν μαζί τους και κάποια άλλα παιδιά, που το χειμώνα πάνε μαζί στο ίδιο σχολείο.
Τότε είναι σαν γιορτή.
Η μαμά μου έχει πάντα κεράσματα στο ντουλάπι. Φρούτα, λουκούμια, κουλουράκια, κέικ, απ’ όλα. Τα βάζει σε πιατάκια και τα ακουμπάει στο εξοχικό τραπεζάκι. Φέρνει και μια κανάτα με και ποτήρια να πίνουμε νερό.
Μου αρέσει πάρα πολύ αυτό. Είναι σαν τα γενέθλια.
Δυο αγοράκια έχουν αρχαία ονόματα. Αυτό το είπε ο Τάκης.
Το ένα αγοράκι το λένε Σωκράτη. Το άλλο το λένε Δημοσθένη.
Μια μέρα ήρθαν όλοι μαζί στο σπίτι να παίξουμε. Ανέβηκαν στη βεράντα. Ήρθαν και οι γάτες. Σήκωναν την ουρά τους. Μπερδεύονταν στα πόδια των παιδιών.
Τώρα που είμαστε πολλά παιδιά, καλύτερα να κατεβούμε να παίξουμε στην αυλή, είπε ο Σωκράτης.
Ο Σωκράτης είναι σοφός, είπε η μαμά μου.
Ένα κοριτσάκι έβαλε τα γέλια. Της είχαν πέσει δυο δοντάκια.

untitled

Ο Σωκράτης ήταν ένας σοφός στην Αθήνα, είπε ο Δημοσθένης.
Ζούσε κάτω από την Ακρόπολη, μίλησε και ο ίδιος ο Σωκράτης.
Ο Δημοσθένης τι ήταν; ρώτησα εγώ.
Μεγάλος ρήτορας, είπε η Τασία που πάει σε πιο μεγάλη τάξη. Το ρω δεν το λέει όπως τα άλλα παιδιά.
Εγώ δεν ήξερα τι θα πει ρήτορας, αλλά δεν ρώτησα.
Τι θα πει ρήτορας, ρώτησε η μαμά μου που καθάριζε φασολάκια στην κουζίνα.
Δεν ξέρω ποιον ρώτησε για δεν είδα ποιον κοίταξε.
Αυτός που μιλάει ωραία και δεν κάνει λάθη, έδωσε την απάντηση ο ίδιος ο Δημοσθένης.
Ύστερα έφυγαν.

Την Κυριακή πήγαμε στην Παιδική χαρά.
Κανένα άλλο παιδάκι δεν ήταν εκεί.
Όμως, δεν μπορούσαμε καθόλου να παίξουμε.

paidiki-xara-2-225x300

Ο Σωκράτης είπε πως ήταν όλα σπασμένα και σκουριασμένα. Αν κοβόμασταν, θα αρρωσταίναμε.
Οι αλυσίδες στις κούνιες κρέμονταν. Τα ξύλινα καθίσματα ήταν ξεκάρφωτα. Η τραμπάλα ήταν σπασμένη. Μόνο το σιδερένιο ψηλό Π, που πιάνονται τα παιδιά και κάνουν ακροβατικά, δεν είχε πάθει τίποτα. Εγώ δεν το φτάνω.
Η άμμος κάτω είχε γίνει σκληρή σαν πέτρα. Κανένας δεν μπορούσε να πηδήξει άλμα εις μήκος, όπως το λένε. Το άλλο το λένε τριπλούν.
Ο Τάκης και η Τασία είπαν καλύτερα να πάμε να παίξουμε στο σπίτι του παππού της. Να μη χάναμε τη μέρα μας.
Ο Σωκράτης είπε πριν πάμε στον παππού της, καλύτερα να πηγαίναμε στον Δήμαρχο.
Ο Δήμαρχος ήταν θείος τους.
Τι να κάνουμε εκεί; ρώτησε η Τασία και τα μάτια έγιναν στρογγυλά.
Να του πούμε για την Παιδική Χαρά.
Τι να του πούμε; ρώτησαν τα άλλα παιδιά.
Να τη φτιάξει, είπε πάλι ο Σωκράτης.
Ποιος θα του το πει; ρώτησε ένα παιδάκι με κόκκινα μαλλιά.
Ο Δημοσθένης, είπα εγώ.
Τον κοίταξα και μου φάνηκε ψηλός.
Δεν μπογώ, είπε ο Δημοσθένης
Τον κοίταξα και μου φάνηκε πως είχε κοκκινίσει.
Μπορείς, μπορείς, μπορείς, είπαν όλα τα παιδιά μαζί και ξεκινήσαμε.
Τελευταία πήγαινα εγώ. Η Τασία με κρατούσε από το χέρι. Στα παπούτσια μου όλο έμπαιναν χαλικάκια και σταματούσα.
Θα τους χάσουμε, έλεγε η Τασία και μου φαινόταν ότι με τράβαγε από το χέρι.
Πιο ψηλός μας ήταν ο Τάκης.

untitled

Φτάσαμε σ’ ένα μεγάλο κτίριο. Στο μπαλκόνι κρεμόταν μια ταμπέλα. Μεγάλα μπλε γράμματα έγραφαν: ΔΗΜΑΡΧΕΙΟΝ.
Εδώ είναι ο θείος μου; ρώτησε ο Τάκης που ήταν πρώτος.
Και ποιος είναι ο θείος σου; ρώτησε ο άνθρωπος που στεκόταν στο πάνω σκαλί.
Ο κύριος Δήμαρχος, είπε η Τασία και μου φάνηκε σαν δασκάλα.
Ποιος τον ζητάει, παρακαλώ, ρώτησε ο άλλος. Η φωνή τους ήταν σαν του αστυνόμου στο σίριαλ.
Τα παιδιά, είπε ο Σωκράτης.
Α, κατάλαβα, είπε τώρα ο άνθρωπος. Εμένα μου φάνηκε πως δεν είχε καταλάβει.
Είπανε και άλλα και μετά ανεβήκαμε μια ξύλινη σκάλα.
Μπορείς; με ρώτησε η Τασία. Μου φάνηκε σαν μικρή μαμά.
Αμέ, της είπα, αλλά δεν ξέρω πώς της φάνηκα εγώ γιατί δεν με κοίταξε.
Μπήκαμε σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο. Ένας άλλος άνθρωπος καθόταν πίσω από ένα μεγάλο γραφείο. Πιο μεγάλο από του μπαμπά μου.
Μας ρώτησε τι θέλαμε και όλοι είπανε:
Θα σας πει ο Δημοσθένης.
Ο Δημοσθένης άρχισε να μιλάει όπως στην τηλεόραση γι’ αυτό δεν κατάλαβα τι είπε. Το μόνο που κατάλαβα ήταν η αρχή. Κύγιε Δήμαγχε.
Στην τηλεόραση μιλάνε άλλη γλώσσα. Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου τα καταλαβαίνουν όλα. Εγώ ούτε στα παιδικά δεν τα καταλαβαίνω όλα.
Ο κύριος Δήμαρχος είπε, καλά, καλά, και χτύπησε ένα κουδούνι που ήταν πάνω στο γραφείο του με πολλά χαρτιά.
Τότε ήρθε ένα κορίτσι με φούστα.
Τι έχομε να κεράσουμε τα παιδιά; Ρώτησε ο κύριος Δήμαρχος και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Ήταν χοντρός.
Απ’ όλα, είπε το κορίτσι και μου χάιδεψε τα μαλλιά.
Φέρε, είπε ο Δήμαρχος και δεν θύμωσε που μέσα μου δεν είπα ο κύριος Δήμαρχος
Το κορίτσι πρώτα έφυγε και μετά ήρθε. Στα χέρια του κρατούσε ένα πιάτο γεμάτο σύκα.

untitled

Το ακούμπησε πάνω σ’ ένα μικρό τραπεζάκι, κοντά σ’ ένα καναπέ.
Πήγα κοντά στο πιάτο και κοίταξα τα σύκα. Ήθελα να ρωτήσω αν ήταν από τη δικιά μας συκιά, αλλά δεν ρώτησα γιατί δεν ήταν.
Κανένα παιδί δεν έφαγε ούτε ένα σύκο, αλλά όλοι ακούσαμε τον Τάκη που είπε:
Πάμε.
Και φύγαμε. Πριν ανεβήκαμε τη σκάλα, τώρα την κατεβήκαμε.
Μπορείς Μελίνα; με ρώτησε πάλι η Τασία.
Μπορούσα, αλλά δεν τον είπα.
Βγήκαμε πάλι στον ίδιο δρόμο που είχαμε έρθει.
Εγώ ήθελα να ήμουν στη βεράντα να βλέπω τη Συκιά που δε με ρωτάει τίποτα. Δηλαδή ρωτάει όταν φυσάει αέρας και τα φύλλα ψιθυρίζουν, αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω τι λένε.
Τι κάνουμε τώρα; ρώτησε η Τασία.
Περπατάμε, είπε ο Σωκράτης.
ξυπνάδες, είπε η Τασία, όμως η φωνή της ήταν αλλιώτικη. Γύρισα και την κοίταξα. Ήταν σαν θυμωμένη. Εγώ δεν ήμουν.
Εγώ λέω να πάμε στην Παιδική Χαγχά, είπε ο Δημοσθένης.
Πήγαμε
Τα παιδιά κάνανε βόλτες μέσα στην Παιδική Χαρά. Πιάνανε τα σπασμένα, τα χαλασμένα, τα πεταμένα.
Θα τα φτιάξουμε εμείς, μόνοι μας, είπαν όλα μαζί. Εγώ δεν είπα τίποτα.
Μετά άρχισαν να λένε τι έπρεπε να κάνουν και πού θα έβρισκαν τα εργαλεία και από
ποιο σπίτι θα έπαιρναν σιδερικά και ξύλα και καρφιά και κόλλες.
Εγώ ήξερα πού θα τα έβρισκαν όλα αυτά και το είπα.
Ο μπαμπάς μου έχει ένα δωμάτιο από τέτοια, από τέτοια, είπα.
Τι τέτοια; Ρώτησε ο Σωκράτης.
Από αυτά.
Ποια αυτά, ξαναρώτησε δυνατά. Ήθελα να βάλω τα κλάματα, αλλά δεν τα έβαλα.
Για να φτιάξετε την Παιδική Χαρά, είπα και δεν ήμουν πια καθόλου κουρασμένη.
Μετά τα παιδιά άρχισαν ρωτάνε το ένα το άλλο αν ο μπαμπάς μου θα τους έδινε τα εργαλεία και τα πράγματα που χρειάζονταν. Εγώ ήθελα να τους πω ότι ο μπαμπάς μου είναι καλός, αλλά δεν το είπα.
Αφού δε μίλησα εγώ, μίλησε η Τασία.
Εμείς θα πάμε να του τα ζητήσουμε και αν μας τα δώσει καλά, και αν δεν μας τα δώσει πάλι καλά.
Για σένα όλα καλά είναι, της είπε ο Τάκης που είναι αδελφός της.
Θα πάμε τώργχα ή αύγχιο; Ρώτησε ο Δημοσθένης.
Τι ώρα έρχεται ο μπαμπάς σου σπίτι, με ρώτησε ο Σωκράτης.
Τι ώρα; Ρώτησα κι εγώ.
Καλύτερα να πας σπίτι σου, είπε ο Σωκράτης.
Τασία, να την πας εσύ, είπε ο Τάκης σα να φορούσε στολή αξιωματικού.
Όταν μπήκαμε στην αυλή, κοίταξα κατά τη Συκιά.
Ήταν εκεί.
Μαμά, μαμά, φώναξα και η μαμά μου φάνηκε ψηλά στη σκάλα.
Πού ήσουν τόση ώρα; Ρώτησε.
Πήγαμε στο θείο μου, απάντησε η Τασία που μπήκε μετά.
Σε ποιο θείο σου;
Στον κύριο Δήμαρχο, είπα εγώ.
Ελάτε πάνω, είπε η μαμά μου.
Καλύτερα να πηγαίνω. Θα με γυρεύει η μαμά μου, είπε η Τασία και μου φάνηκε μικρή.
Πού είναι τα άλλα παιδιά, ρώτησε πάλι η μαμά μου.
Πάνε για τα πράγματα, είπε η Τασία.
Ποια πράγματα;
Αντίο, είπε η Τασία και έφυγε.
Ανέβηκα τη σκάλα. Η μαμά μου με περίμενε μέχρι να τη φτάσω. Άπλωσε τα χέρια της και με αγκάλιασε.
Να πας να πλύνεις τα χεράκια σου, είπε.
Θα πάω.
Δεν πείνασες;
΄Όχι.
Για ποια πράγματα έλεγε η Τασία; Ρώτησε η μαμά μου.
Του μπαμπά μου, είπα.
Καλά, άντε τώρα να πλύνεις τα χέρια σου.
Κοίταξα τα χέρια μου. Ήταν καθαρά. Εγώ δεν είχα πιάσει τίποτα στην Παιδική Χαρά. Ούτε είχα φάει σύκο από το πιάτο που είχε φέρει το κορίτσι με τη φούστα. Μόνο το χέρι της Τασίας είχα πιάσει.
Έπλυνα τα χέρια μου και κάθισα στην καρέκλα. Πάλι κρέμονταν τα πόδια μου.
Μου άρεσε να κοιτάζω τη Συκιά μέσα από τα κάγκελα. Σα να κόβονταν τα κλαριά, αλλά δεν κόβονταν. Πάνω στα κλαριά κάθονταν πουλάκια. Δεν τα έβλεπα όλα. Λίγα έβλεπα. Όμως μόνο όταν πετούσαν.
Θα περίμενα τον μπαμπά μου να του πω για τα πράγματα σ’ εκείνο το δωμάτιο. Το έλεγε αποθήκη. Έμπαινε εκεί μέσα, έπιανε τα εργαλεία και όλο έφτιαχνε πράγματα.

Big-Bang_5304_final

Όταν έφτιαχνε πράγματα, ο μπαμπάς μου ίδρωνε. Όταν ίδρωνε γυάλιζαν τα μαλλιά του.
Η μαμά μου του έλεγε πως θα κρυώσει, αλλά ο μπαμπάς μου δεν κρύωνε.
Από εκεί που καθόμουν μετρούσα τα φύλλα, αλλά έχανα τον αριθμό. Άρχιζα πάλι. Μετά μπερδευόμουν και σταματούσα.
Όταν σταμάτησα να μετράω ήρθε ο μπαμπάς μου.
Ο μπαμπάς μου ανεβαίνει δυο – δυο τα σκαλιά.
Ήρθε κοντά μου και με φίλησε.
Τι κάνει η Μελίνα μου, σήμερα; Ρώτησε και μου ανακάτεψε τα μαλλιά.
Μου αρέσει να ακούω τον μπαμπά μου να λέει το όνομά μου.
Ήθελα να τρέξω να αγκαλιάσω την Συκιά, αλλά δεν έτρεξα.
Μπορούμε να καθίσουμε στο τραπέζι να φάμε, είπε η μαμά μου και καθίσαμε.
Εγώ πεινούσα, αλλά δεν ήθελα να φάω. Καλύτερα να είχα άδειο το στόμα μου για να απαντούσα στον μπαμπά μου άμα με ρωτούσε κάτι.
Η μαμά μου δεν το ήξερε αυτό, και όλο μου έλεγε να φάω το φαγητό μου.
Ύστερα που φάγαμε είπε στον μπαμπά μου ότι είχα να του πω κάτι.
Τι έχεις να μου πεις; με ρώτησε και με κοίταξε στα μάτια.
Όχι, εγώ.
Ποιος;
Τα παιδιά.
Ποια παιδιά
Αυτά που παίζουμε μαζί.
Για ποιο πράγμα;
Για την Παιδική Χαρά.
Εγώ νόμιζα για το Δήμαρχο, μπήκε στη μέση η μαμά μου.
Δεν καταλαβαίνω τίποτα, είπε ο μπαμπάς μου και σηκώθηκε. Μέχρι τότε όλα τα καταλάβαινε.
Θα τα πει ο Δημοσθένης, είπα.
Έμαθε να μιλάει αυτό το παιδί; ρώτησε ο μπαμπάς μου.
Σα ρήτορας, απάντησε η μαμά μου.
Ο Δημοσθένης μιλούσε σα να μιλούσε αυτός. Όχι σαν κάποιος.
Τι γρήγορα που μεγαλώνουν τα παιδιά, είπε πάλι ο μπαμπάς μου και τεντώθηκε.
Κι εμείς μεγαλώνομε, είπε η μαμά μου καθώς μάζευε τα πιάτα και τα ποτήρια. Γύρισα και την κοίταξα. Δεν είχε μεγαλώσει από πριν.
Η Συκιά μεγαλώνει; ρώτησα και βγήκα έξω να τη δω από τη βεράντα.
images*****************************
*********************************************************

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Continue reading ΠΑΙΔΙΚΗ λογοτεχνία «Η ΣΥΚΙΑ» Ιωάννας Καρατζαφέρη

ΔΥΟ ανέκδοτα παραμύθια της Μαρίας Μάρα

abgdezhuiΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ της ΜΑΡΙΑΣ  ΜΑΡΑ

     Τα παραμύθια -είναι γνωστό – ανήκουν στις λαικές τέχνες. Σήμερα δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μην έχει έρθει σε επαφή με το παραμύθι.
Η ιστορική του αναδρομή, έρχεται από τα βάθη των αιώνων,και βασίζεται στον προφορικό λόγο.
Το παιδικό παραμύθι απευθύνεται κυρίως σε παιδιά. Ένα καλό παραμύθι κάνει το παιδί χαρούμενο, του αυξάνει την φαντασία, το ταξιδεύει σε μαγικούς κόσμους αλλά και το διαπαιδαγωγεί. Το βοηθά ν αντιμετοπίζει την ζωή με θάρος με ενισχυμένη αυτοπεποίθηση κι ανθρώπινες αξίες που μεγαλώνοντας θα τις βρεί μπροστά του.

Σήμερα οι «Βρυσούλες γνώσης» αναρτούν δύο  ανέκδοτα παιδικά παραμύθια της Μαρίας Μάρα που με την ευκαιρία αυτή, η ιστοσελίδα μας την Καλωσορίζει, ευχόμενη σ αυτήν εκπλήρωση  της επιθυμίας της να εκδοθούν σύντομα τα ευρηματικά και άκρως διδακτικά παραμύθια της.
Το 1ο παραμύθι βοηθά το κάθε παιδί να ανακαλύψει τις δυνάμεις του και να μη περιμένει υπερφυσικές δυνάμεις να του λύνουν τα προβλήματά του ενώ το 2ο παραμύθι με υπέροχες νοητές εικόνες φέρνει  το παιδί να γίνει κοινωνός  του γλυκύτατου κόσμου της μουσικής.
Με αυτά τα λίγα λόγια και χωρίς άλλη καθυστέρηση σας παρουσιάζουμε μέρος του ανέκδοτου συγγραφικού έργου της αγαπητής Μαρίας Μάρα ευχόμενοι πάντα επιτυχίες. Καλή συνέχεια.

Για τις Βρυσούλες γνώσης
Γεράσιμος Μ.Λυμπερατος.

************

Μικρό βιογραφικό   Captureμμμμμμμμ

     Η Μαρία Μάρα γεννήθηκε στο Λυγουριό Αργολίδας, όπου τέλειωσε το Γενικό Λύκειο στα 1992. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Εφαρμογών Αισθητικής, του Ι.Ι.Ε.Κ. Ν. Αυγερινόπουλου (1995). Το 1999 απέκτησε δίπλωμα μασάζ Helliniqe 2000. Το 2008 παρακολούθησε το σεμινάριο ASDL WORD EXCEL INTERNET και το 2011 σεμινάρια μανικιούρ, πεντικιούρ ονυχοπλαστικής NAIL DESIGN.
Γνωρίζει αγγλικά και χρήση υπολογιστή.
Έχει εργαστεί για αρκετά χρόνια στον ιδιωτικό τομέα ως αισθητικός και ως εμποροϋπάλληλος, έχει διοργανώσει ιδιωτικά χριστουγεννιάτικα face painting σε εκδηλώσεις εταιρείας κ.ά.
Είναι παντρεμένη με τον Νίκο Καραγιάννη, τεχνικό Η/Υ, έχουν ένα γιο 8 χρόνων, τον Οδυσσέα και σήμερα διαμένουν στο Λυγουριό Αργολίδας, πολύ κοντά στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.
Έχει ασχοληθεί με τη συγγραφή παραμυθιών, τα οποία παραμένουν ανέκδοτα.
Είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύονται κείμενά της.

************

Μαρία Μάρα
Ο ΚΑΠΕΛΟΥΔΟΣ

ηηηηηηηηηηηΜια φορά και έναν καιρό, σε μια μικρή γειτονιά ζούσε ο Καπελούδος. Ένα αγοράκι… που ίσως και να σου έμοιαζε λίγο. Είχατε την ίδια ηλικία, τα ίδια λαμπερά μάτια και ακριβώς την ίδια περιέργεια για εξερεύνηση.
Κάθε μέρα έβγαινε στην αυλή του σπιτιού του, κοιτούσε αριστερά δεξιά, και ακολουθούσε ότι του έκανε εντύπωση.
Τι μια φορά ήταν μια πολύχρωμη πεταλούδα, την άλλη ένα σαλιγκάρι ή ένα φύλο που χόρευε με τον αέρα. Άλλες φορές πάλι, τη γάτα του μπάρμπα Νίκου από το γειτονικό σπίτι. Αυτή πολύ τον κούραζε γιατί έτρεχε πολύ και σκαρφάλωνε συνέχεια στα δέντρα.

    Όταν γύρναγε  στο σπίτι ήταν  κουρασμένος, αλλά με μεγάλη ικανοποίηση για τις διάφορες εξερευνήσεις του, καθώς και  τις συζητήσεις που έκανε κάθε μέρα με τη γάτα, το σαλιγκάρι, τον κότσυφα ή τη μηλιά στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Σε όλες του τις περιπέτειες ο Καπελούδος είχε πάντα  μαζί του, αχώριστο φίλο, ένα κόκκινο καπέλο, που χωρίς αυτό δεν πήγαινε πουθενά.
Ούτε μέχρι την αυλή του σπιτιού . Γι’ αυτόν, το καπέλο του ήταν μαγικό, τον έκανε δυνατό, γενναίο, ατρόμητο. Νόμιζε δηλαδή ότι μόνο χάρη στο καπέλο του μπορούσε να κάνει δύσκολα πράγματα, όπως να σκαρφαλώνει στα δέντρα ή να μη φοβάται το φωνακλά σκύλο του γείτονα και χίλια δυο άλλα.
Έτσι, το φορούσε πάντα… ή σχεδόν πάντα, εκτός δηλαδή από το βράδυ που ξάπλωνε στο κρεβάτι του για να κοιμηθεί.

Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, εκεί που παρατηρούσε μια ακρίδα που ετοιμαζόταν να πετάξει, φυσάει ένας δυνατός άνεμος και… παφ, το κόκκινο καπέλο άρχισε να πετάει ψηλά στον ουρανό. Αμάν… ο Καπελούδος σάστισε. Το πήρε τόσο γρήγορα ο αέρας, που  το έχασε αμέσως από τα μάτια του.

Captureοοοοοοοοο

Δεν ήξερε τι να κάνει. Σκέφτηκε, σκέφτηκε, σκέφτηκε… και τότε του ήρθε μια ιδέα. Να ακολουθήσει τον άνεμο.
Έτσι, χωρίς καθόλου να σκεφτεί ότι δεν φοράει το κόκκινο καπέλο του,
βγήκε από την αυλή και άρχισε να περπατάει. Συνάντησε την κυρά μηλιά:

-Κυρά μηλιά μήπως είδες τον φίλο μου το κόκκινο καπέλο ? τη ρώτησε.
Φύσηξε αέρας και το παρέσυρε ψηλά στον ουρανό.
-Καπελούδο μου δεν το είδα, απάντησε εκείνη. Έδινα τους χυμούς μου στα μήλα για να γίνουν ζουμερά. Καλύτερα να ρωτήσεις τον κότσυφα.
Αυτός όλο και κάτι μπορεί να έχει δει, μιας και πετάει από δω και από εκεί όλη μέρα.
Έτσι ο Καπελούδος ευχαρίστησε την μηλιά και  προχώρησε για να βρει τον κότσυφα.
Πιο κάτω, πράγματι είδε τον κότσυφα να τσιμπάει  κάτι σπόρους με μεγάλη γρηγοράδα.

-Εεε… κυρ κότσυφα.. Του φωνάζει. Ψάχνω το κόκκινο καπέλο μου, μήπως το είδες εσύ που πετάς και βλέπεις τα πάντα από ψηλά?
-Καλέ μου Καπελούδο είμαι απασχολημένος ώρα τώρα με αυτούς τους σπόρους, και δεν έχω πετάξει. Γιατί δεν ρωτάς το κυπαρίσσι που είναι ψηλό και από εκεί επάνω όλα τα βλέπει?
Έτσι ο Καπελούδος αφού ευχαρίστησε και τον κότσυφα  προχώρησε πιο κάτω..
Εκεί στη γωνία του δρόμου βλέπει ψηλό και αγέρωχο το κυπαρίσσι.
-Εεεεεε κυπαρίσσιιιιι…. Φωνάζει..
Μα το κυπαρίσσι ούτε που τον άκουσε.
-Εεεεε….. ξαναφωνάζει…Εδώ κυπαρίσσι, χαμηλά..του είπε για να κοιτάξει προς τα κάτω.
Έγειρε τα κλαδιά του το κυπαρίσσι που  άκουσε  κάποιον να το φωνάζει και είδε τον Καπελούδο.
– Γεια σου Καπελούδο μου, είπε. Πως και δεν φοράς το κόκκινο καπέλο σου σήμερα; τον ρώτησε.
-Δεν το φοράω γιατί φύσηξε αέρας και παρέσυρε το καπέλο μου. Και τώρα δεν ξέρω που είναι. Μήπως το έχεις δει εσύ που είσαι ψήλο πολύ, και όλα τα βλέπεις από εκεί πάνω; του απαντάει  στενοχωρημένος ο Καπελούδος.
– Μην στενοχωριέσαι Καπελούδο μου. Το είδα το καπέλο σου. Πετούσε προς το γεφυράκι του πόταμου. Εκεί θα είναι σίγουρα.
Ο Καπελούδος χαμογέλασε και άρχισε να τρέχει προς το γεφυράκι.
-Ευχαριστώ κυπαρίσσι, ακούστηκε ο Καπελούδος να φωνάζει καθώς έτρεχε προς το γεφυράκι.
Είχε λαχανιάσει από το πολύ τρέξιμο αλλά δεν σταματούσε. Ήθελε να φτάσει στο γεφυράκι του πόταμου όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πριν ξαναρχίσει ο αέρας να φυσάει δυνατά, μιας και είχε από ώρα τώρα σταματήσει.
Πριν καλά καλά φτάσει,  βλέπει το καπέλο του από μακριά να στέκει στη μέση της γεφυρούλας.
– ΝΑΙ!!!!!!!!!!!!! Φωνάζει όλο χαρά.
Τρέχει λοιπόν, και χωρίς να σκεφτεί ότι πάντα φοβόταν αυτό το  γέρικο ξύλινο γεφυράκι, περπατά επάνω του, με μεγάλη σιγουριά και παίρνει στα χέρια του το κόκκινο καπέλο.
Επιτέλους. Το κράταγε γερά γερά .. Και χαμογελούσε τόσο πολύ που πόνεσε το στόμα του από το χαμόγελο.
Εκείνη την ώρα να σου και ο κότσυφας πέταξε και κάθισε διπλά του.
– Χαίρομαι που βρήκες το καπέλο σου, του λέει. Και χαίρομαι πιο πολύ και για κάτι ακόμα.
Ο Καπελούδος τον κοίταξε με απορία. Δεν καταλάβαινε τι ήθελε να πει ο κότσυφας.
-Τελικά δεν χρειάζεσαι κανένα καπέλο για να είσαι δυνατός, ατρόμητος και γενναίος, του είπε. Έδειξες μεγάλη γενναιότητα για να το βρεις.
-Καπελούδο, του ξαναλέει ο κότσυφας. Μέσα μας είναι η δύναμη για να κάνουμε τα πάντα. Το καπέλο, είναι φίλος , πιστός, και παντοτινός…. ε;
Ο Καπελούδος κατάλαβε πολύ καλά τι ήθελε να πει ο κότσυφας, χαμογέλασε φόρεσε το καπέλο του και καμάρωσε  που κατάφερε μονός του να το βρει χωρίς να διστάσει ούτε μια στιγμή.

*ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ -ΣΚΙΤΣΑ Γεράσιμος Μ.Λυμπεράτος

************

ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΑ
ΜΟΥΣΙΚΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

ααααααααααβββββββββ     Κάποτε, σε μία όχι και πολύ μεγάλη πόλη, που την έλεγαν Παρτιτούρα, ζούσε μια πολλή αρμονική οικογένεια.
Ζούσαν σε  μια πολυκατοικία με πέντε πατώματα.
Η μαμά η κυρία Πεντάγραμμο, ο μπαμπάς ο κύριος Κλειδί Σολ και οι 7 κόρες τους, οι νότες: η Ντο, η Ρε, η Μι, η Φα, η Σολ, η Λα και η Σι.
Η κάθε μία από τις 7 κόρες τους ζούσε σ’ ένα από τα πατώματα της πολυκατοικίας. Η Ντο και η Ρε συνήθως καθόντουσαν στη μεγάλη αυλή κάτω από την πενταόροφη πολυκατοικία. Γι’ αυτό και οι γονείς τους τούς έβαλαν εκεί ένα ωραίο σπιτάκι για να μην κρυώνουν το χειμώνα.
Ξυπνούσαν κάθε πρωί με τραγούδια. Μα και όποτε μιλούσε ο καθένας τους, πάλι μελωδικά μιλούσαν.
Ακόμα και όταν θύμωναν ή ήταν στενοχωρημένοι, μια γλυκιά μελαγχολική μελωδία ακουγόταν. Έπαιζαν όλη μέρα μέσα και έξω από το σπίτι, χοροπηδώντας από το ένα πάτωμα στο άλλο, κάνοντας δυνατά άλματα από τον πρώτο στον τρίτο όροφο, ή κάνοντας τσουλήθρα χρησιμοποιώντας τις μεγάλες γραμμές του μπαμπά τους, του κύριου Κλειδί Σολ.

images

Μια μέρα, σαν όλες τις άλλες, εκεί που έπαιζαν, η μαμά τους τούς φώναξε για το μεσημεριανό φαγητό. Τους είχε φτιάξει το αγαπημένο τους φαγητό.
Γεμιστά παρεστιγμένα. Η μαμά που έκανε δίαιτα, έφαγε ψητές παύσεις. Κάθισαν μία μία στις καρεκλίτσες τους. Αφού έφαγαν όλο το φαγητό τους, η Λα είχε μία ιδέα. Να πάνε στην πόλη, γιατί άκουσε από τον  θείο τους, τον κύριο Κλειδί ντο, ότι  θα γίνει διαγωνισμός καλύτερης φωνής.
Οι νότες κατενθουσιάστηκαν.
Χωρίς πολύ σκέψη, φόρεσαν  τα πανωφόρια τους  και δίνοντας η καθεμιά τους ένα φιλάκι στην μαμά ξεκίνησαν για το διαγωνισμό.
Στο δρόμο έκαναν πρόβες στη φωνή τους.

e7f0fd4dd7196c89c5c1bc45342e4f3d

«Ντο ντοοοοο…», τραγουδούσε η μία, «φααα φαααα…», τραγουδούσε η άλλη.
«Σι σι σιιιιιι…», τραγουδούσε η Σι με όλη της τη δύναμη. Από την πολλή προσπάθεια όμως, η Σι  που είχε και την πιο λεπτή φωνή απ’ όλες, βράχνιασε και η φωνή της έγινε μπάσα. Έτσι, αποφάσισε να σταματήσει τις πρόβες και να φάει μία ωραία κουταλιά από το βαζάκι με το μέλι που τους είχε δώσει η μαμά τους, γι’ αυτήν ακριβώς την περίπτωση. Τελικά, οι μαμάδες ξέρουν πολλά πράγματα, ε;
Σχεδόν είχαν φτάσει στο χώρο που θα γινόταν ο διαγωνισμός. Πολύς κόσμος περίμενε να πάρει μέρος σε αυτόν. Είχαν έρθει τα όγδοα, τα μισά, τα δέκατα έκτα, τα τριακοστά δεύτερα…. Να σου και η Δίεση Ρε, πίσω από την Ύφεση Μι. Ήταν τόσοι  πολλοί εκεί, που είχαν απλωθεί σχεδόν σε όλα τα δρομάκια της πόλης Παρτιτούρα.

Τελικά, κάποια στιγμή ξεκίνησε ο διαγωνισμός, ο οποίος δε σας κρύβω ότι κράτησε ώρες πολλές. Οι κριτές που δεν ήταν άλλοι από το Κλειδί Σολ,  το Κλειδί Φα και το Κλειδί Ντο, είχαν ενθουσιαστεί πραγματικά με τόσο ωραίους ήχους που άκουγαν. Η κάθε φωνή ήταν μοναδική, άλλη ίδια δεν υπήρχε. Άλλη ήταν λεπτή, όπως της νότας Σι, που τελικά με το μέλι της μαμάς, έφυγε το βράχνιασμα.
Άλλη ήταν χαμηλή και κοφτή, όπως του όγδοου Ρε. Η καθεμιά είχε τη δική της ομορφιά.
Έτσι, το έργο των κριτών ήταν πολύ δύσκολο.
Αφού έκαναν συμβούλιο, που κράτησε ώρες πολλές, για ν’ αποφασίσουν πια φωνή ήταν η καλύτερη, βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Γιατί;
Μα γιατί, δεν ήταν μόνο μια η καλύτερη φωνή.
Έτσι, αποφάσισαν ότι δεν υπήρχε μόνο ένας νικητής, αλλά όλοι ήταν νικητές σε αυτό το διαγωνισμό.
Μετά απ’ αυτά τ’ αποτελέσματα των κριτών, έγινε μεγάλο γλέντι στην Παρτιτούρα.
Χοροί και τραγούδια μέχρι το πρωί. Ήταν τόσο μεγάλο το κέφι και τραγουδούσαν τόσο δυνατά, που ακουγόντουσαν και πέρα από την Παρτιτούρα.

777777777777777777777

βββββββ  Μάλιστα ο κύριος συνθέτης που ζούσε λίγο πιο έξω απ’ αυτήν, ενθουσιάστηκε με της μελωδίες της και κάλεσε το βιολί, ένα μουσικό όργανο, να παίξει ένα από τα τραγούδια, που άκουσε από της κατοίκους της Παρτιτούρας. Με τη σειρά του το βιολί φώναξε το μαέστρο να το διευθύνει.
Και έτσι χάρη της νότες τα όγδοα, της διέσεις και της υφέσεις, χάρη στη μαμά Πεντάγραμμο  και στον μπαμπά Κλειδί Σολ, μα και σε όλους της κατοίκους της Παρτιτούρας, δημιουργήθηκε ένα κονσέρτο.

  • ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ- ΣΚΙΤΣΑ Γεράσιμος Μ.Λυμπεράτος
  • ΠΕΝΤΑΓΡΑΜΜΑ  από το διαδίκτυο

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ «Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ»

Η ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
Γενναδίου 8 και Ακαδημίας, 106 78 Αθήνα, τηλ. 210-3834559
Fax: 210-3820062, e-mail: eel@otenet.gr – website: http://www.eel.org.gr
Σας προσκαλεί
τη Δευτέρα 29 Μάη 2017 και ώρα 7.00 μ.μ.
στην αίθουσα Μιχαήλας Αβέρωφ (Γενναδίου 8 και Ακαδημίας, 7ος όροφος)
Στην παρουσίαση του βιβλίου της Κυριακής Γεροζήση
Η Σκιά της Αλήθειας

untitled

Χαιρετίζει: ●Κώστας Καρούσος, ποιητής, πρώην Πρόεδρος, νυν Αντιπρόεδρος της ΕΕΛ.
Ομιλητές: ● Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, φιλόλογος, λογοτέχνης τ. Γεν Γραμματέας  ΕΕΛ.
● Γιάννης Παπαοικονόμου, ιστορικός, λογοτέχνης τ. Γεν Γραμματέας  ΕΕΛ.
●Νεοκλής Γαλανόπουλος, δικηγόρος, λογοτέχνης, Ταμίας της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας.
●Συντονίζει: Γιώργος Μαρινάκης, ποιητής, μουσικός, Γεν Γραμματέας ΕΕΛ.
ΓΙΑ ΤΟ Δ.Σ.
Ο Πρόεδρος της Ε.Ε.Λ.
Παύλος Ναθαναήλ Ο Γ.Γ. της Ε.Ε.Λ.
Γιώργος Μαρινάκης

«ΜΠΛΕΓΜΕΝΟΙ ΣΕ ΙΣΤΟΥΣ ΑΡΑΧΝΗΣ» ένα αφήγημα της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

ΑΦΗΓΗΜΑ

«ΜΠΛΕΓΜΕΝΟΙ ΣΕ ΙΣΤΟΥΣ ΑΡΑΧΝΗΣ»
Της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Capture

Σκοτεινιασμένα  καταφύγια με αράχνης ιστό τυλιγμένα. Δίχως  χαραμάδα ελπίδας. Με άδεια πιάτα στη γωνιά. Μοναχικά κειμήλια, παλαιωμένα.…
Στείρα η γεύση του χαμόγελου. Στα τάρταρα ορκίστηκε  η χαρά… Δεν την άγγιξε η γλύκα του ψωμιού και η μητρική ανάσα. Μαρμαρωμένες έγνοιες στου μεροκάματου τη στράτα…
Μανταλωμένα τα παραθυρόφυλλα.  Κλέφτρες οι έγνοιες, τρυπώνουν, μ’ άγρυπνα μάτια, κατακόκκινα, ματωμένα. Δίχως  άστρα,  φεγγάρια κι ονειρέματα  ν’ ανατέλλουν σε τούτο το αντάμωμα….
Τσακισμένα σκηνικά σε θάλασσες αγριεμένες. Τρέμει το φυλλοκάρδι, ανήμπορο. Στο ξεροβόρι και στην άπνοια ίδιος ο θάνατος παραφυλάει να κλέψει του ανδρειωμένου τα σπαθιά!
Άσπερμος ο σπόρος της γενιάς. Με λανθασμένες διαγνώσεις εκτέλεσαν πισώπλατα τη κονιοποίηση τους. Ευνουχισμένος σπέρνεται σ’ εμπλουτισμένο χώμα με κόκκαλα και αίμα.
Και χρωστούμε συγνώμη γι αυτήν  τη γενιά…

Συγνώμη ήταν λάθος, τούτης της περιφρονημένης διαδρομής  η εξέλιξη. Εμείς οι γεροντότεροι, βολεμένοι και καλοταϊσμένοι αφεντάδες, δίχως μετάνοια, πορευτήκαμε… Δε ρίξαμε μια ματιά πίσω, μα ούτε κι εμπρός, να δράξουμε της ετοιμόγεννης δόξας το στεφάνι∙ τ’ άρματα να κρατήσουμε και τα ετοιμοπόλεμα σπαθιά που τροχισμένα περίμεναν∙ παρά  τ’ αφήκαμε  να σκουριάσουν, κρεμασμένα κειμήλια στις προθήκες της ακάματης γενιάς μας.
Αθώρητες έμειναν οι πληγές στα μάτια μας. Καμιά παλιά περηφάνια δεν τις γιάτρεψε αφού αξιοθρήνητα  δούλεψαν τα μυαλά  και τα μπράτσα εκείνων που ορκίστηκαν για πίστη…
Ας έλειπαν τα τραπεζώματα που έγιναν για στέρηση δική σας. Χρέη μας φόρτωσαν και υποθήκευσαν αιώνια τις ψυχές μας. Είλωτες, δούλοι δικοί τους μια ζωή γενήκαμε. Να  υπηρετούμε αφεντικά σε ξενικό και ντόπιο χώμα.
Μόλις που γευτήκαμε κάτι από λίγη δόξα… Κατέβηκε για λίγο στο λαρύγγι μας, την κοινωνήσαμε. Μας κάθισε η μπουκιά καταμεσής του φάρυγγα. Ούτε δύναμη να ξεφυσήσουμε, να διώξουμε το βάσανο που κάρφωσε σαν κόκκαλο ψαριού την ψυχή μας!..
Σπασμωδικές χειρονομίες και υποκλίσεις στους σώστες μας για μια στάλα ψωμί που δεν αρκεί μήτε για λειτουργιά και μνημόσυνο στους ατίμητους ήρωες. Τραγικές οι διαπιστώσεις, μας πνίγουν. Τάχα   τι περιμένετε για απολαβή; Η θεία δίκη τελμάτωσε. Κλεισμένες πόρτες παντού. Κι εκείνα τα τρανά συμπόσια, σπανίσανε. Οι γάμοι, οι γιορτές και   τα βαφτίσια στροβιλίστηκαν σαν ανεμοσκόρπισμα… Ζουν το ολοκληρωτικό τους ξερίζωμα. Η φυλή ορφάνεψε από γενναίους μαχητές. Μονάχα εδώ κι εκεί ετοιμοθάνατες ανθρώπινες φιγούρες αντιστέκονται του δήμιου, παρέα με κάτι ορδές βαρβάρων που σπάζουν  σε κομμάτια τη δόξα, μεταπουλώντας την….
Τ’ αμπέλια, οι ελιές και τα χρυσά χωράφια ορφάνεψαν από αμπελουργούς και κτηματίες. Κι ήταν άναρχη εκείνη η παραίτηση και η αποκοπή από της γης το σώμα. Δίχως σέβας. Δίχως πιστευτά προσχήματα. Έτσι… για τη μεγάλη ζωή που ‘ταζαν  οι μεγάλοι!
Κουλουριαστήκαν τα κορμιά στη μαλθακότητα. Τράνεψαν τα απραγματοποίητα όνειρα  με την απουσία του ήλιου. Ταξίδεψαν με δανεικό παρά χορταίνοντας την αθεράπευτη ματαιοδοξία τους και μια ψεύτικη περηφάνια που ξεχείλισε αλλόφρονα   κι αφόρμισε τις πληγές μας…
***********

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΤΟΣΟΔΟΥΛΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΜΕΓΑΛΗ
της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

«Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε,
σκούντησε με το χέρι του
το κρεμασμένο
στον τοίχο τ’ ουρανού
κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του».
Κική Δημουλά

f5ffd-p9300225

( Αφιερωμένο στη μοναχοκόρη μου) 

images Αγαπημένη μου Τοσοδούλα,

θα είσαι πάντα η Τοσοδούλα μου, η «Τσότσω»  όλων των  αγαπημένων!  Θα μου φαίνεσαι πάντα τρυφερή, γλυκιά, ντροπαλή φραουλίτσα. Κι εγώ πλάι σου και μακριά σου, μακριά σου και πλάι σου,  θα συλλέγω όμορφες στιγμές να σου χαρίζω.  Να βλέπω το κουκλίστικο γέλιο  στα χείλη σου τα δροσάτα. Θα περιμένω υπομονετικά να σε συναντήσω στο σημείο των ονείρων σου, να σου φορέσω όμορφες θύμησες γιορντάνια στο λαιμό.

Ξέρω πως δεν χρειάζεσαι στολίδια. Στολίδι είσαι μόνη σου! Τα φανταχτερά   φορέματα ποτέ δεν σου άρεσαν. Είχες εξαρχής δικό σου γούστο και ξεδιάκρινες με τη δική σου αισθητική τα πράγματα: τα πλουμίδια εκείνα που τραβούσαν την προσοχή όλων  και καθήλωναν τη ματιά. Τα περιφρονούσες γιατί  ξέφευγαν των σκοπών και των  επιθυμιών σου. Ποτέ δεν θέλησες να αποκτήσεις λάμψη και φως από το φως και τη λάμψη άλλων. Χαρτογραφούσες μονάχη τις επιθυμητές  διαδρομές σου κι  ας πονούσες αφάνταστα μέχρι την ανάβαση της δικής σου κορυφής.

Θέλω να ξέρεις πως στην ψυχή μου είσαι  η Τοσοδούλα μου!

Θυμάμαι πως όταν ήσουν ακόμη μικρή, βιαζόμουν να μεγαλώσεις, να κατακτήσεις τα μεγάλα όνειρά σου και  ν’ αποκτήσεις τρανές ευθύνες. Με κοιτούσες ανυπόμονα και φανέρωνες πεισματικά όλες τις απραγματοποίητες επιθυμίες σου. Κι εγώ φοβόμουν μη  μεγαλώσεις πρόωρα και ξεφύγεις της προσοχής μου…

Λουζόσουν… Χτενιζόσουν… Μπογιατιζόσουν με τα φραουλένια κραγιόνια της κούκλας σου.

Σκούπιζες πριν έρθω απ’ τη δουλειά κι ετοίμαζες την σπεσιαλιτέ σου στο τραπέζι, μέσα  στο ασημένιο σερβίτσιο και τα κρυστάλλινα ποτήρια. Ζύμωνες το ψωμί στη λεκάνη, το έψηνες κρυφά την ώρα που κοιμόμουν για να μη σε πάρω είδηση κι εγώ ξυπνούσα από τη μοσχοβολιά!

Γέμιζες το νεροχύτη με τα πειράματα της μαγειρικής σου. Έστρωνες κολλαρισμένα τραπεζομάντηλα  για να  δειπνήσουμε μαζί. «Τα όμορφα πράγματα δεν τα κρατάνε στο ντουλάπι, μαμά» έλεγες. «Τα κάνουν καθημερινότητα για να γεμίζει η ζωή ομορφιά!».

Τότε θύμωνα, γιατί  τα είχα αγοράσει ακριβά. Φοβόμουν τις γρατσουνιές από αδέξια ανοικοκύρευτα χεράκια…. Δεν είχα καταλάβει πόσο σημαντικά για σένα ήταν όλα εκείνα που έκανες. Ήμουν η νοικοκυρά του σπιτιού και δεν ήθελα να γδέρνεις την προίκα σου. Ήμουν  η προσωρινή τους κάτοχος και θα στην παραχωρούσα όταν θα ερχόταν η ώρα σου.

Τα χρόνια έφυγαν… Μεγάλωσες δίχως να το καταλάβω!

Λες και ξέχασα όλα εκείνα που πρέσβευα. Οι ρόλοι άλλαξαν. Έγινα παιδί. Ένα μωρό παιδί που κλαίει όταν η κούκλα της, η Τοσοδόυλα,  απουσιάζει. Κι εσύ, έγινες η παρηγοριά μου που συνέχεια αναζητώ! Να μου κρατάς το χέρι, να  μου υποδεικνύεις σωστά όλα εκείνα που χρόνια έκανα λανθασμένα.

«Ο άνθρωπος δεν σταματά να μαθαίνει ποτέ, μαμά! Οι  εμπειρίες είναι προίκα κι  η βίωση  πολλών καταστάσεων, μητέρα της μαθήσεως» μου λες κάθε φορά όταν απελπίζομαι για τις αποτυχίες  μου και τις μειωμένες επιδόσεις μου. Λες κι η πείρα της ζωής ξεχάστηκε και παραπετάχτηκε σε κάδο ανακύκλωσης.  Έρχεσαι όμως εσύ  ξανά και ξανά να μου υπενθυμίζεις πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να κατέχουν όλες τις γνώσεις της ζωής, και με προσγειώνεις στην πεζή μου πραγματικότητα…

Προχώρα μπροστά, Τοσοδούλα μου ! Κι εγώ μακριά σου, με τη σκέψη μου πάντα  στο πλάι σου  και την ευχή μου να σε συνοδεύει σε όποιους τόπους κι  αν βρίσκεσαι! Να είσαι καλά! Γερή και δυνατή. Να συλλέγεις όμορφες στιγμές και  να μας κάνεις περήφανους για  τις κατακτήσεις σου!

Καλό Πάσχα, Τοσοδούλα μου! Κι ο Θεός μαζί σου!
Καλή Ανάσταση!
Με πολλή αγάπη ! Η μαμά images

*****************

» ΓΙΟΡΤΑΣΙ»
της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

7ae3007b616c700023db11a33be6226b_XL

 Γιορτάζει το παιδάκι μου, ω!  τι χαρά μεγάλη!
Πλημμύρισε το σπίτι μου με τη δική του αγκάλη.
Γιορτάζει κι ανασταίνομαι απ’ το χαμόγελό του∙
η πλάση όλη ανθοβολεί μέσα στο πρόσωπό του!

 Γιορτάζει το παιδάκι μου κι όλο το σπιτικό μου∙
αστράφτει φεγγαρόλουστο τ’ αστράκι το δικό μου∙
του Αϊ –Γιώργη  η πανήγυρη, η ανάσταση κι ο δρόσος.
Ω! μητρικό  μου καύχημα και της ζωής μου πόθος!

 Γιορτάζουν τα ματάκια μου! Λάμπει το πρόσωπό  του!
Καθρέφτης  που ακτινοβολεί ο κόσμος ο δικός του.
Ω! μελωδία της ψυχής, ω! άστρο που ανατέλλεις:
Ευθύς ο δρόμος και μακρύς, στο όνειρο που διαβαίνεις!

 Γιορτάζει και χοροπηδά στο στήθος η καρδιά μου∙
Αναπτερώνω, δεν μπορώ να κρύψω τη χαρά μου.
Καρπός αγάπης κι έρωτα, είσαι ζωής μου αίμα∙
διώχνεις τους ίσκιους του μυαλού στης λησμονιάς το ρέμα.

 Γιορτάζεις και χειροκροτούν στους ώμους μου οι φτερούγες
σαν χελιδόνα που έφερε την άνοιξη στις ρούγες.
Γιορτάζεις και λαρυγγισμός είν’ αηδονιού οι χορδές μου∙
τι τραγουδάκι να σου πω, γιέ μου μικρέ; Για πες  μου!

 Κυριακή, 23 Απριλίου 2015

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ των βιβλίων του Γιάννη Παπαοικονόμου, από την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών

bookpileLast-439x324Π Α Ρ Ο Υ Σ Ι Α Σ Η  ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ  του Γιάννη Παπαοικονόμου 

Captureππππππππππ

αααααααα

ΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Γιάννης Παπαοικονόμου γεννήθηκε στον Πειραιά και διαμένει στο Πέραμα από το 1953. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, που εγκατέλειψε διωκόμενος από τη Χούντα. Στο Παρίσι όπου κατέφυγε, σπούδασε ιστορία, αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στα πανεπιστήμια της Σορβόνης (Paris IV – Paris I), απ’ όπου απέκτησε δυο πτυχία, master  και  doctorat  με θέμα διατριβής  «Τα ελληνικά επιτύμβια ανάγλυφα του Μουσείου του Λούβρου». Δίδαξε Κλασσική Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης. Καθηγητής των Σχολών Ξεναγών του ΕΟΤ, δίδαξε αρχαία ιστορία, κλασσική αρχαιολογία, μυθολογία και τουριστική γεωγραφία στην Αθήνα, την Κρήτη, τη Ρόδο και τη Μυτιλήνη. Έχει γράψει  επιστημονικά άρθρα σε ελληνικά και γαλλικά περιοδικά καθώς και «Σημειώσεις αρχαίας ιστορίας και κλασσικής αρχαιολογίας» στις Σχολές Ξεναγών. Έχει εκδώσει ποιητικά βιβλία, μυθιστορήματα και μελέτες. Είναι αρχισυντάκτης του Λογοτεχνικού περιοδικού, Φωνή Λογοτεχνών και διευθυντής του Δημοτικού Πολιτιστικού Οργανισμού Περάματος.

***************

«Η μαγική υπόσταση ενός χιονανθρώπου»Διήγημα της Ε. Πιτσαλίδη

ΣΧΟΛΙΑ

1 Αφέλεια,Αθωότητα και… πίσω από αυτά ακολουθεί η Αλήθεια της ζωής, η καθημερινότητα με τα αμείλικτα ερωτἠματά της.
Βρυσούλες γνώσης.
2 Πολή όμορφη γραφή.Παρασέρνει σα λαμπερή χιονονιφάδα. Κατερίνα Μήλιου
*****

Η ΜΑΓΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΕΝΟΣ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΥ
Ένα διήγημα  της Ευφροσύνης Πιτσαλίδη
Περαία Θεσσαλονίκης

imagesGS5Q56P0

Τίναξε νευρικά το παλτό και το αναδίπλωσε στα γόνατά του. Η ήρεμη πολιορκία από μικροποσότητες χιονιού είχε μολύνει το χοντρό ύφασμα με μια νωπή αίσθηση που εκείνος ανέκαθεν θεωρούσε εξοργιστική. Χιονίστρες φλέρταραν απειλητικά τα δάχτυλα του δεξιού του ποδιού. Κάτω από το λεπτό στρώμα πάγου που συνέθλιψε το παπούτσι του μία ώρα νωρίτερα, κρυβόταν μια νερολακκούβα, που καταδίκασε τη μέρα του σε νεύρα.

Ασυναίσθητα στράφηκε στο παράθυρο. Καθάρισε με την πίσω πλευρά της παλάμης του το ιδρωμένο τζάμι. Αναζήτησε με το βλέμμα το ρολόι της αποβάθρας. Ο λεπτοδείκτης τον χλεύαζε, απρόθυμος να μετακινηθεί για να σηματοδοτήσει την αναχώρηση. Αναρωτήθηκε – για εκατοστή ίσως φορά – ποιος είχε τη φαεινή ιδέα να διοργανώσει συνέδριο καρδιοχειρουργικής χειμωνιάτικα. Καταράστηκε τη λειτουργία του ελληνικού δημοσίου που τον είχε στείλει για το αγροτικό του σε ένα μέρος που φάνταζε ως «άλλη άκρη της γης».

Ένα ρεύμα ψυχρού αέρα προλογίζει την άφιξη της συνεπιβάτιδος που κάθεται δίπλα του. Η περιφερειακή του όραση αναγνωρίζει στην πολύχρωμη φιγούρα που αφαιρεί με χαριτωμένα τσιμπολογήματα τα δάχτυλα των γαντιών της, μια «συγχωριανή», από εκείνες τις ανεγκέφαλες που αναλώνονται αυτάρεσκα σε καλημέρες και αυτοματοποιημένες στιχομυθίες τύπου «καλά είστε; Κρύο μας έκανε σήμερα…» με όλο τον κόσμο. Δεν προλαβαίνει καν να αναστενάξει εν όψει της προβλέψιμης συνέχειας.

  • Καλημέρα γιατρέ! Ο χειμώνας είναι μαγεία, δεν νομίζετε;

><

«Χιόνι, ο καλύτερος συνήγορος του χαμόγελου». Περιτριγυρισμένη από χιονονιφάδες που στροβιλίζονταν αιθέρια, αγνοώντας επιδεικτικά το νόμο της βαρύτητας, ένιωθε πως κανένας ήλιος δεν θα μπορούσε να εξατμίσει το παγωμένο χάδι ευτυχίας που ανασήκωνε τα ζυγωματικά της κι έκανε την καρδιά της να χοροπηδά. Η καλύτερη εποχή για ταξίδι.

Διέσχισε το δρόμο, με τις γαλότσες να στολίζουν τα βήματά της με ηχηρούς παφλασμούς. Και τότε την είδε. Μια λεπτή κρούστα πάγου άστραφτε λίγα μέτρα μακριά, προκαλώντας την. Το ρολόι στο βάθος της αποβάθρας τής χαμογέλασε, χαρίζοντας της λίγα λεπτά μέχρι την αναχώρηση. Πλησίασε το παγωμένο βαθούλωμα και πίεσε ελαφρά στο κέντρο με τη μύτη της αριστερής γαλότσας. Το ράγισμα απλώθηκε σαν ιστός αράχνης. Η εύθραυστη ομορφιά του χειμώνα την αγκάλιασε.

Επιβιβάστηκε. Αναζήτησε τη θέση της.

Ιδού η πρόκληση της ημέρας. Ταξίδι συντροφιά με την προσωποποίηση της απάθειας.

  • Καλημέρα γιατρέ! Ο χειμώνας είναι μαγεία, δε νομίζετε;

Το αποστομωτικό βλέμμα συγκατάβασης που περιμένει ως απάντηση δεν έρχεται.

  • Για τα παιδάκια, ίσως. Αλλά στην Ελλάδα, το χιόνι δεν αρκεί ούτε καν για ένα χιονάνθρωπο, οπότε μάλλον υπερεκτιμάτε…

imagesX5ULGSG0

Δεν προλαβαίνει να ακυρώσει την αφέλειά της. Εκείνη γέρνει πάνω του για να φτάσει μέχρι το τζάμι. Το θολώνει με τα χνώτα της και σχεδιάζει με το δάχτυλο έναν χιονάνθρωπο. Κατόπιν στρέφεται προς εκείνον για να του χαρίσει ένα λαμπερό χαμόγελο παιδιάστικης περηφάνιας για το «εικαστικό» της κατόρθωμα.

  • Η αφέλεια και οι κοινότοπες κουβέντες δεν εμπίπτουν δυστυχώς στα ενδιαφέροντά μου, δεσποινίς.

Το γέλιο της αποδεικνύεται αποτελεσματικότερο από τις προσβολές του.

  • Γιατί γελάτε;

Αυτό που ερμηνεύετε ως αφέλεια είναι συνειδητή στάση ζωής. Εγώ μπορώ να τεκμηριώσω τη μαγική υπόσταση του χειμώνα και ό,τι άλλο προασπίζομαι. Εσείς μπορείτε να μου εξηγήσετε τι νόημα έχει να σώζετε ανθρώπινες ζωές, αν τις υποτιμάτε τόσο, μαζί με τη χαρά, στην καθημερινότητά σας;

Η μαγεία του χειμώνα ίσως υφίσταται. Τη βλέπει να αστράφτει στο βλέμμα της.

Ο χιονάνθρωπος αναμένει τη συνέχεια, μαγεμένος.

Διαδικτυακή παρουσίαση του Δρ. θανάση Ν.Καραγιάννη στους ομογενείς της Αυστραλίας

Διαδικτυακή  παρουσίαση του Δρ. Θανάση Ν.Καραγιάννη στούς ομογενείς της Αυστραλίας.
Από τις «Βρυσούλες γνώσης»

Capture

Οι «Βρυσούλες γνώσης» βρίσκονται στην ευχάριστη θέση να παρουσιάσουν στην Ελληνική ομογένεια της Αυστραλίας τον Δρ Θανάση Ν.Καραγιάννη, ερευνητή, μελετητή, κριτικού παιδικού θεάτρου και συγγραφέα. Όσοι θα έχουν την ευγενή καλοσύνη να διαβάσουν το μικρό  βιογραφικό του σημείωμα, που παραθέτουμε στην ιστοσελίδα μας, θα συμφωνήσουν πως ο δόκτορας θανάσης Ν.Καραγιάννης ανήκει στους κορυφαίους και μάλιστα προοδευτικούς επιστήμονες « εν ζωή» στην Ελλάδα.

untitled

Ο Δρ. Θανάσης Καραγιάννης εισηγητής
στο επιστημονικό συνέδριο  του ΚΚΕ για τον Μπρεχτ

Απρίλης 2013

Το μεγάλο συγγραφικό του έργο και η τεράστια διευθυντική του παρουσία και όχι μόνο, σε σχολεία, πανεπιστήμια, περιοδικά εφημερίδες, ραδιόφωνα, συνέδρια κλπ τον κατατάσσουν στους ακούραστους άνθρώπους των γραμμάτων και του πνεύματος, μαχητή των ιδεών που πρεσβεύει.

Είναι πάντα κοντά στους αγώνες της εργατικής τάξης της Ελλάδας, κοντά στον κάθε εργαζόμενο που τον ταλαιπωρεί  βάναυσα η  Οικονομική  Καπιταλιστική Κρίση.

Ο Δρ Θανάσης Ν.Καραγιάννης πιθανόν άγνωστος στην Αυστραλία, έρχεται και δια μέσω αυτής της ιστοσελίδας να ενισχύσει την εκπολιτιστική μας και πολιτιστική μας προσπάθεια σε πολλούς τομείς, να ανεβάσει την ποιότητά της με την σκέψη του, την  έρευνα και το συγγραφικό έργο του.

Θεωρήσαμε σωστό σ αυτή την μικρή παρουσίαση ενός σημαντικού επιστήμονα να αναρτήσουμε σαν αρχή κάποιο κείμενο του καθηγητή  μας . Ζητήσαμε και μας απεστάλει ένα μικρό πεζό (αφήγημα) μια και η ιστοσελίδα μας έχει ιδαίτερη σχέση με την λογοτεχνία.

Το αφήγημα που φέρει τον τίτλο « Αυτό που με στενοχωρεί είναι που δεν αντιδρά ο λαός» είναι βγαλμένο μέσα από την σημερινή ελληνική κοινωνική πραγματικότητα και απαντάει εύστοχα στην διαπίστωση του τίτλου με λόγια απλά κατανοητά.

Η ιδεολογική θολούρα που πλασάρεται στον κόσμο αποβλέπει να απομακρύνει τον άνθρωπο από την αλήθεια της ζωής, να τον ακινητοποιεί στο άδικο, και να δέχεται αυτό το άδικο μοιρολατρικά, αγχώδικα, φοβισμένα, χωρίς θυμό, χωρίς έστω και με μια απλή διαμαρτυρία.

Όμως η κοινωνική παρατήρηση του συγγραφέα στην συγκεκριμένη περίπτωση – κι εδώ βρίσκεται η αξία- μετατρέπεται σε λογοτεχνική δημιουργία. Αν προσθέσουμε και την παιδαγωγική πείρα του καθηγητή μας έχουμε ένα τέλειο αφήγημα που δεν αντιγράφει ή εξιστορεί ένα συμβάν της ζωής  μόνο, αλλά  δίνει, διέξοδο στο αδιέξοδο, όραμα, κι  ανοίγει δρόμους για να ένα ποθητό Ανθρώπινο αποτέλεσμα. Ποίο είναι αυτό το αποτέλεσμα; Δείτε το στο μικρό αριστουργηματικό αφήγημα κοινωνικού ρεαλισμού του Δρ θανάση Καραγιάννη.

Ωστόσο και πρίν την ανάγνωση του αφηγήματος πρέπον θα είναι να «καλωσορίσουμε» τον καθηγητή μας  στις «Βρυσούλες γνώσης»  να τον ευχαριστήσουμε θερμά και να ευχηθούμε καλή συνεργασία.

Για τις Βρ.Γ. Γεράσιμος Λυμπεράτος Σύδνεϊ

**********

ΑΦΗΓΗΜΑ

«Αυτό που με στενοχωρεί είναι που δεν αντιδρά ο λαός»
Του Δρ. Θανάση Καραγιάννη

 Capture

Ήταν μεσημέρι, στο μετρό με κατεύθυνση προς το «Ελληνικό». Συναντηθήκαμε με τον Κώστα, ένα νέο παιδί, θλιμμένο, θυμωμένο, απογοητευμένο. Συζητήσαμε για λίγο, αφού κατέβηκε σε δυο στάσεις πριν απ’ τη δική μου. Μια συζήτηση, που μάλλον αποτέλεσε έναν εσωτερικό μονόλογο του Κώστα, που ήθελε να βγάλει από μέσα του πράγματα, μιλώντας δυνατά με σκοπό να τον ακούσουν όλοι οι συνεπιβάτες μας στο βαγόνι, κι όχι μονάχα εγώ, ο συνομιλητής του. Η σύντομη συζήτησή μας διακόπηκε, καθώς άρχισε ο μονόλογος του Κώστα. Έμεινα βουβός. Τον άκουγα με προσοχή και σεβασμό. Κουνούσα συγκαταβατικά το κεφάλι μου και τα θετικά νεύματά μου, έδειχναν ότι συμφωνούσα και συμπονούσα.

Ήταν για χρόνια άνεργος ναυτικός. Δούλευε πολύ περιστασιακά σε αλλότριες εργασίες, έξω και πέρα από την ειδικότητά του, μόνο για επιβίωση, χωρίς αυτό να τον γεμίζει ψυχικά. Το περισσότερο καιρό ήταν άνεργος. Προσπαθούσε να γεμίσει το χρόνο του και το συναισθηματικό του κενό με το facebook, να επικοινωνήσει με άλλους καταφρονεμένους ομοϊδεάτες του, να τους γνωρίσει και ν’ ανταλλάξει μαζί τους τον πόνο του, το θυμό του, τις σκέψεις του. Πολλές φορές έπεφτε πάνω σε χορτάτους «φιλοσόφους» και «ιδεολόγους», κι «έσπαγε τα μούτρα του» στη διαφορετικότητα των ιδεολογικών και κομματικών τους προτιμήσεων, αλλά και στη βλακεία, την ιδιοτέλεια, την άγνοια ή ημιμάθεια και τη θολούρα του μυαλού τους.

Εκεί τον γνώρισα κι εγώ, πριν από χρόνια. Παράδερνε μεταξύ των αγανακτισμένων της πάνω και κάτω μεριάς της πλατείας Συντάγματος, νομίζοντας ότι θα βρεθεί μια «λύση» απ’ όλους αυτούς που συναγελάζονταν στις ολονυχτίες, χωρίς συγκεκριμένο και ξεκάθαρο σκοπό και όραμα, αυτών που τους έβαζαν όλους στο ίδιο τσουβάλι τόσο άλογα και άδικα…

Τον είχα χάσει για ένα χρόνο, περίπου, από τότε που του πρότεινα να’ ρθει στη συνέλευση της Λαϊκής Επιτροπής, στο δήμο διαμονής μου, αν και αυτός διέμενε σε άλλον δήμο. Ήρθε. Προβληματίστηκε, χωρίς όμως να συμφωνεί με όλα. «Ο σπόρος έπεσε», σκέφτηκα τότε. Αλλά, καθώς τον έχασα, με δική μου ευθύνη, απελπίστηκα πως παρασύρθηκε και χάθηκε κι αυτός, όπως τόσοι άλλοι… στο πλήθος.

«Αυτό που με στενοχωρεί είναι που δεν αντιδρά ο λαός», μου είπε. Προσπάθησα να του πω τη γνώμη μου για την προσωρινή αδράνεια της εργατικής τάξης, των εργαζόμενων και όλων των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων. «Αυτό με στενοχωρεί», μου ξανάπε, λες και δε μ’ άκουσε. «Προχτές, στο συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ…» άρχισε να λέει και σχεδόν έτρεξε στην έξοδο, χαιρετώντας με βιαστικά. «Πρόσεχε, να μη λυγίσεις ψυχολογικά. Δεν είσαι μόνος σου», του φώναξα. Δεν είμαι σίγουρος, αν με άκουσε.

«Ο Κώστας στο ΠΑΜΕ;», σκέφτηκα και ένα χαμόγελο ικανοποίησης φώτισε το πρόσωπό μου. Στο ΠΑΜΕ, που ο Κώστας ένα χρόνο πριν, ασχολούταν μόνο με το ίνδαλμά του, τον Ολυμπιακό και το μόνο που έκανε ήταν να εκφράζει την αγανάκτησή του με κραυγές ιδεολογικής θολούρας. Τον είδα πιο συγκροτημένο, πιο ώριμο, πιο κατασταλαγμένο. Ο λόγος του είχε πια ειρμό, έκρυβε το σταδιακό κτίσιμο ταξικής συνείδησης, ήξερε πλέον ποιος του έφταιγε και τι ήθελε. Λες το ΠΑΜΕ και οι συναγωνιστές του να τον βοήθησαν; Λες το ΠΑΜΕ να είναι πια κοντά του κι αυτός να το στηρίζει; Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω για να καταλάβω τι συμβαίνει.

Το μόνο που έχω να του πω είναι: «Συνέχισε, Κώστα μου, ν’ αγωνίζεσαι με το ταξικό συνδικάτο, κι ο κόσμος θ’ αντιδράσει, πλησιάζει Αυτή η ώρα, είναι μονόδρομος. Αρχικά ο καθένας μας πρέπει να γραφτεί στο σωματείο του και αφού συμπορευτεί με το ΠΑΜΕ και συνειδητοποιήσει την ταξική του θέση και το ταξικό του συμφέρον, όλα θ’ αλλάξουν…» Έφτασα στον προορισμό μου και άφησα πίσω το μετρό, αισιόδοξος, με το κεφάλι ψηλά.

Ένας συνεπιβάτης του Μετρό
(Για την αντιγραφή: Θαν. Ν. Καραγιάννης)

**************

ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ

ΤΡΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ Δρ ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ
για το θέατρο για παιδιά και νέους

Capture

Στο βιβλίο Σχολικό Θέατρο (1871-1974). Πρόλογοι Σχολικού Θεάτρου & Σχολικών Γιορτών, [140 Κείμενα με αισθητικό, ιστορικό, παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό περιεχόμενο], Εκδόσεις Πάραλος, Αθήνα 2013, με προλόγους της Καθηγήτριας του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών κας Κυριακής Πετράκου και του Λέκτορος του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης κου Σίμου Παπαδόπουλου, ο Θανάσης Καραγιάννης αποδύεται σε μια άλλη σημαντική προσπάθεια, αυτή της έκδοσης και παρουσίασης των θεωρητικών κειμένων που δημοσιεύονταν ως πρόλογοι σε θεατρικά κείμενα τα οποία προορίζονταν κυρίως για «σχολικές γιορτές» ή «σχολικό θέατρο», σ’ ένα διάστημα μεγαλύτερο από έναν αιώνα (1871-1974). Τα κείμενα αυτά δεν αποτελούν απλώς πηγές πληροφοριών σε παιδαγωγικό, αισθητικό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, αλλά φωτίζουν με σύνθετο τρόπο και την εξελικτική πορεία του σχολικού θεάτρου και γενικότερα του ερασιτεχνικού και επαγγελματικού θεάτρου για παιδιά. ( Για περισσότερα στην ιστοσελίδα Ατέχνως)

Capture

Στο πολυσέλιδο βιβλίο του που κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις Αντ. Σταμούλη (Θεσσαλονίκη) με τίτλο Ιστορία της Δραματουργίας για Παιδιά στην Ελλάδα (1871-1949) και την Κύπρο (1932-1949), ο ακούραστος μελετητής, αρχειοδίφης και κριτικός του θεάτρου καταθέτει μια πολύ σημαντική συμβολή στη μελέτη του θεάτρου για ανήλικους θεατές και την ιστορία του. Το βιβλίο πραγματεύεται την πορεία του είδους αυτού στην Ελλάδα από το τέλος του 19ου (1871) μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα (1949) και στην Κύπρο από το 1932 μέχρι το 1949, με βάση το αρχειακό υλικό που έχει συγκεντρώσει ο συγγραφέας και την έρευνά του για το σχολικό θέατρο.(Για περισσότερα στην ιστοσελίδα Ατέχνως)

 Capture

Τα κριτικά κείμενα που αναδημοσιεύει στα βιβλία του ο Καραγιάννης συνιστούν υλικό εξαιρετικά χρήσιμο για τον νέο εκπαιδευτικό, για τον φοιτητή, για τον ερευνητή, για τον καλλιτέχνη, για τον γονέα και για κάθε ενημερωμένο αναγνώστη, πρωτίστως γιατί είναι κείμενα βγαλμένα από την πένα ανθρώπου που γνωρίζει τις ιδιαιτερότητες, τη φυσιογνωμία, την εξελικτική πορεία και την ιστορία του είδους που καλείται να κρίνει. Παραθέτω εδώ μία πολύ σημαντική, κατά τη γνώμη μου, θέση του Κωστή Παλαμά, σχετικά με την κριτική εν γένει και τις ικανότητες του κριτικού: «Σε εκείνον που ζητά να αισθανθεί και να καταλάβει, και να κρίνει και να τοποθετήσει, χρειάζεται πάντα η ιστορία, γιατί αλλιώτικα η τύφλα θριαμβεύει». Οι κριτικές του Θανάση Καραγιάννη εδράζονται στέρεα πάνω στη γνώση της δραματουργίας και της ιστορίας της, γι’ αυτό και αποτελούν πολύτιμο οδηγό για όσους επιθυμούν να εξερευνήσουν το μονοπάτι που οδηγεί στον μαγικό κόσμο του θεάτρου για τα παιδιά.(Για περισσότερα στην ιστοσελίδα, Ατέχνως)

**********

Capture

Γεννήθηκε το 1954 στη Λαμία όπου σπούδασε στην εκεί Παιδαγωγική Ακαδημία (1972-1974). Μετεκπαιδεύθηκε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δ.Ε. (1983-1985) και είναι πτυχιούχος του Τμήματος Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Αθηνών (1996). Το 2006 ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Επί 31 έτη εργάστηκε ως δάσκαλος και ως διευθυντής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, ενώ διετέλεσε δύο φορές Σχολικός Σύμβουλος στη Θήβα Βοιωτίας (1998) και στην Καλλιθέα Αττικής (2007-2009) .

Την ακαδημαϊκή χρονιά 2008-2009 δίδαξε στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου (Ναύπλιο) το μάθημα «Θέματα Ιστορίας & Δραματουργίας του Θεάτρου για παιδιά».

Υπήρξε Διευθυντής των περιοδικών: «Φθιωτική Σκέψη» (1978-1980) (Ιδρυτής) και «Σύγχρονο Νηπιαγωγείο» (1998). Έχουν κυκλοφορήσει 27 βιβλία του, με θέματα που αφορούν την Ιστορία της Εκπαίδευσης, τη Μελέτη και Κριτική Βιβλίου και Θεάτρου για παιδιά, αλλά και βιβλία του με εκπαιδευτικό, λαογραφικό και λογοτεχνικό περιεχόμενο. Επίσης, βιβλία του με περιεχόμενο άρθρα και μελετήματα, που αφορούν την Παιδική Λογοτεχνία. Αρκετά άρθρα, κριτικές και μελέτες του έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί σε έγκριτες εφημερίδες και επιστημονικά περιοδικά.

Είναι ο βασικός μελετητής του έργου του Βασίλη Ρώτα για παιδιά και εφήβους, τον οποίο επανέφερε στο προσκήνιο με τη διδακτορική διατριβή του: Ο Βασίλης Ρώτας και το έργο του για παιδιά και εφήβους. Θέατρο. Ποίηση. Πεζογραφία. «Κλασσικά εικονογραφημένα. Ερμηνευτικές, Θεματολογικές, Ιδεολογικές, Παιδαγωγικές προσεγγίσεις», Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007, σελ. 659.

Από το 2008 ασχολήθηκε συστηματικά με την ιστορική έρευνα και μελέτη της Δραματουργίας για παιδιά. Έτσι, για μια τριετία διετέλεσε Κριτικός Θεάτρου για παιδιά στην εφ. «Ριζοσπάστης», στην οποία  επιμελούνταν μιας σελίδας σε τακτική εβδομαδιαία βάση. Εκτάκτως δημοσίευε θεατρικές κριτικές για παραστάσεις του Θεάτρου για παιδιά στο περ. «Θέματα Παιδείας» και σε άλλα έντυπα. Το υλικό αυτό εκδόθηκε σε βιβλίο το 2010, με τίτλο: «Κριτική Θεάτρου για παιδιά».

Επίσης, για μία χρονιά διετέλεσε υπεύθυνος και παρουσιαστής της τηλεοπτικής εκπομπής «Θέατρο για παιδιά», στον 902 και για ένα εξάμηνο της ραδιοφωνικής εκπομπής με το ίδιο θέμα στο webradio του 902.

Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια, σεμινάρια και ημερίδες με θέματα θεατρολογικού και συνάμα παιδαγωγικού κ.ά. περιεχομένου.

Τα τελευταία βιβλία του είναι τα εξής:

Ιστορία της Δραματουργίας για παιδιά στην Ελλάδα 1871-1949 και την Κύπρο (1932-1949) (Πρόλογος: Βάλτερ Πούχνερ), Εκδοτικός Οίκος Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 551.

Κριτική Θεάτρου για παιδιά (Πρόλογος: Κώστας Γεωργουσόπουλος), Εκδόσεις Πάραλος, Αθήνα 2013 (2η έκδοση βελτιωμένη και συμπληρωμένη), Αθήνα 2013, σελ. 226.

Σχολικό Θέατρο (1871-1974). Πρόλογοι Θεατρικών Έργων & Σχολικών Γιορτών (Πρόλογοι: Κυριακή Πετράκου – Σίμος Παπαδόπουλος), Εκδόσεις Πάραλος, Αθήνα 2013, σελ. 384.

Σχολικό Θέατρο & Σκηνικές Οδηγίες για σχολικές παραστάσεις (1923+-1974). Πρόλογοι. Θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα, Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 278.

Θεατρικά ανάλεκτα (2006-2015. Θέατρο για παιδιά. Θέατρο για ενήλικες, Εκδόσεις Πάραλος, Αθήνα 2015, σελ. 164.

Παράλληλα με τα επιστημονικά και ερευνητικά του ενδιαφέροντα ασχολείται –κατά καιρούς– ερασιτεχνικά με τη Σκηνοθεσία Θεάτρου και τη συγγραφή θεατρικών έργων για παιδιά (διασκευή-θεατρική προσαρμογή).

Επιστημονικά ενδιαφέροντα:

Κριτική Θεάτρου για παιδιά και εφήβους, Δοκιμιογραφία/Αρθρογραφία, Μελέτη/Έρευνα της Ιστορίας της Δραματουργίας για παιδιά και του Θεάτρου για παιδιά, ιδιαίτερα των περιόδων: α) του Μεσοπόλεμου (1922-1939), β) 1941-1949 και γ) 1950-1974.

**********

«ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ» του Χρήστου Δημούλα.

ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Του Χρήστου Δημούλα

untitled

 Κατήφοροι- ανήφοροι, ζέστη- κρύο. Όπως όλη μας η ζωή καλή μου. Αμέτρητες φορές, πάνω- κάτω οι ψαρότρατες μες στο γαλάζιο ουρανού και θάλασσας που χάνονται πέρα απ’ τ’ άνυδρα βουνοτόπια,που δεν λέει να φυτρώσει ούτε ενα δεντράκι.
Τόση ηρεμία, τόση χαλαρότητα στο κάθετί. Λές και ο χρόνος σταματά, λές κι όλα έχουν ελευθερία κινήσεων σε μιά αισθητική συμφωνία των πάντων.
Κάθε στιγμή ολάκερος πόθος μιάς ζωής.
Ηλιόσπαρτο πρωί μες στα στενά σοκκάκια του νησιού κι όλα θυμίζουν σπαρμένη γή μαλάματα, με χίλιες αγκαλιές, χαρές που θέλεις να βάλεις στο τσεπάκι.
Δική σου η χώρα με τα καλντερίμια αντάμα, όαση φρουρούμενη έναντι των δοντιών του Τίποτα, που είναι καλά ακονισμένα. Μήτε να χρωστάμε κανενός κι ούτε να’ χουμε παρτίδες με εικόνες του Ανούσιου, του Εφήμερου τις στράτες.
Μήνυμα μου’ στειλες- << γεύσου καλά εκεί την ηρεμία, εδώ γεμίσαμε βάρβαρους>>, μα είναι που σ’ αγαπώ πολύ για να σ’ αφήσω μες στην αγκαλιά τους. Πολλές φορές είναι- όπως τώρα- που’ ρχεται κείνη του φόβου η φωνή και βροντά ξανά την πόρτα της ψυχής μας.

Πολλά τα ονόματά της. << Πρέπει>> την φωνάζουν πιότεροι, << Ανάγκη>> την λένε άλλοι, κάποιοι τρέχουν να ξεφύγουν κι άλλοι πάν ίσια μες στην αγκαλιά της.

Κι ενώ η καρδιά ατρόμητη, φοβέρα δεν την πιάνει, λοξές ματιές πέρα- δώθε στα κρυφά πάντοτε τις κάνει. Ο Ήλιος τότε ντρέπεται κι ο Ουρανός δακρύζει, μα ευτυχώς κρατούν καλά κι οι δυό κι ο φόβος γή δεν πιάνει.
Ρίγανη ευτυχώς μυρίζει το σπίτι μας ακόμη, βασιλικό, θυμάρι, σκορπίζοντας θανατικό στου Τάρταρου τα βάθη. Γι’ αυτό και σύ αγαπημένη τίποτα να μη φοβάσαι, θάναι ωραία η ζωή σαν γένει σαν γιαγιά μ’ ενα τσεμπέρι που γητεύει κάθε απογόνους. Άκου πέρα απ’ τα ψηλά πλατάνια που κλαίνε για νερό, μια φωνή τα ξεβασκαίνει τραγουδώντας τους αντίστασης τραγούδι.

Και νά, δώρα τους γεμίζει ο αγέρας και δυνατή, γιοματάρικη καρδιά ν’ αντέχουν.
Και σύ, όλο να λές να σηκωθείς και να σε βαστάνε κάτι πράματα ολότελα δικά σου. Μια σειρά άτολμων βιβλίων στο γραφείο,μπουκάλια νερό που αδειάζεις να μην πονάνε τα νεφρά σου κι ένα κομματάκι πλαστικός σωλήνας που πλέκει τα όνειρά σου τάχα με ελπίδα.
Είναι σκληρό να κοιτάμε αντιφατικές εικόνες, τη μιά το γέλιο να’ ναι βασιλιάς στο έμπα της αυλής και την άλλη η λύπη ξαφνική βροντή, σαν τα μάτια των γερόντων της υπαίθρου όταν ξαναφεύγουν παιδιά κι εγγόνια για την πόλη.
Οι αλληλέγγυές αγκαλιές μας τότε διαφυγή, καταφύγιο και σκήτι, μια κουβέρτα πού ‘δωσαν οι φύλακες σ’ εξόριστους παγωμένους.

 

» ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ» Ένα διήγημα του Γερ.Μ.Λυμπεράτου

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ
Του Γεράσιμου Μ. Λυμπεράτου


imagesreivrk8g

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πήγε να κλείσει το παράθυρο του σαλονιού. Έξω φυσούσε δυνατά. Ο ουρανός σκεπασμένος με μαύρα σύννεφα άστραφτε και βροντούσε συνεχώς. Σε λίγο χοντρές σταγόνες βροχής έπεφταν στο τζάμι του παραθύρου. Ο συνταξιούχος κυρ-Αλέξης κύταξε τον ουρανό με φόβο. «θα βρέξει» συλλογίστηκε κι’αμέσως τον έπιασε πανικός. Για πρώτη φορά θα έμενε μόνος τούτο τον χειμώνα κι’αυτό τον ανησυχούσε πολύ. Η γυναίκα του τον άφησε το περασμένο καλοκαίρι, ύστερα από ανίατη αρρώστια και τώρα καθώς οι στάλες της βροχής κτυπούσαν το τζάμι τρόμαζε.

Ένιωσε τα πόδια του να παγώνουν. Άνοιξε τον διακόπτη κι η ηλεκρική σόμπα άρχισε να ζεσταίνει το  χώρο. Είχε χειμωνιάσει κι εκτός απ’το κρύο ο άστατος καιρός τον εκνεύριζε πολύ. Ο κυρ-Αλέξης
σκέφτηκε ν’ανοίξει τη τηλεώραση όμως την ίδια στιγμή μετάνιωσε. Από το ράφι πήρε ένα σκονισμένο χάρτινο κουτί, το ξεσκόνησε κάπως με τις παλάμες του και ύστερα το άνοιξε. Το κουτί ήταν γεμάτο φωτογραφίες και γράμματα του παλιού καιρού.Κάθησε ανυπόμονα στην πολυθρόνα του σαλονιού, άδειασε προσεκτικά το περιεχόμενο του κουτιού στα πόδια του κι’ άρχισε να το περιεργάζεται. Σαν να έψαχνε να βρεί κάτι…

Σε λίγο τα δακτυλά του χεριού του κρατούσαν μια φωτογραφία. Ξαφνικά τα μάτια του βούρκωσαν. Έφερε τη φωτογραφία στην καρδιά του κι ύστερα άρχισε να την φιλά πολλές φορές. Η φωτογραφία έδειχνε τον ίδιο τότε που ήταν νέος, μαζί με την μητέρα του, την αδελφή του κι άλλα αγαπημένα πρόσωπα.
Ήταν η θλιβερή μέρα π’άφηνε την πατρίδα για νάρθει στην Αυτραλία. Αληθινά, με τι όνειρα, με τι υποσχέσεις, είχε ξεκινήσει αυτό το ταξίδι που πίστευε πως θα του άλλαζε τη ζωή προς το καλύτερο!

Θυμήθηκε το φτωχικό πλίθινο σπιτάκι σε μια υποβαθμισμένη συνοικία της πόλης. Το χειμώνα έμπαζε νερά, και τα δωμάτια πλημμύριζαν.Τα παιδιά φοβισμένα ήταν ανεβασμένα στο τραπέζι του φαγητού κι από κεί έβλεπαν τους γονείς τους να καταβάλουν απεγνωσμένες προσπάθειες, για να κλείσουν με πανιά τις χαραμάδες στις πόρτες ώστε να περιορίσουν το μπουκάρισμα του βροχόνερου στο σπίτι.

Θυμόταν τον νουνό του τον κυρ-Μανώλη που του έλεγε ιστορίες γύρω απ’τ’αναμμένο μαγγάλι. Πάντα τον συμβούλευε πως να προκόψει στα ξένα. «μη σε πλανέψει η ξενητειά» του είπε κάποτε, «χρέος σου είναι να γυρίσεις μια μέρα πίσω».

Γλυκά τα λόγια του Νουνού, πως όμως να τ’αφομοιώσεις όταν η πατρίδα δεν είχε να σου προσφέρει τίποτα εκτός από ένα ανέλπιδο και σκοτεινό μέλλον;
Θυμήθηκε ακόμη τις τραγικές μέρες που πέρασαν με το δυστήχημα του πατέρα του που βρήκε τραγικό θάνατο στις ρόδες κάποιου αυτοκινήτου. Η φτωχειά μητέρα του όλο τον υπόλοιπο καιρό υπέφερε τα πάνδεινα ξενοδουλεύοντας για να μπορέσει να τους μεγαλώσει.

Το βλέμα του έπεσε ξανά στη φωτογραφία. Δίπλα στη μικρή του αδελφή, στεκόταν η βασιλική. Ήταν η κοπέλα π’αγαπούσε. Μαζί τελείωσαν το σχολείο. Μαζί πέρασαν τόσες όμορφες στιγμές. Της είχε υποσχεθεί γάμο. Δεν θ’αργούσε η μέρα που θα την καμάρωνε νυφούλα στην Αυτραλία. «Που να βρίσκεται άραγε τώρα; Θα ήταν ευτυχισμένη;»

Άφησε την φωτογραφία και πήρε στα χέρια του ένα γράμμα. Εκεί η μητέρα του τον ευχαριστούσε για τα χρήματα που της είχε στείλει.Σ’ένα άλλο γράμμα, της βασιλικής, του έγραφε πως «τον αγαπούσε κι’αγωνιούσε να βρεθεί στην αγκαλιά του». Φτωχή κοπέλα, πόσο θα υπόφερες..!

Μια τυχαία γνωριμία με μια όμορφη Αυστραλέζα, την Σαρρόν, στάθηκε αιτία ν’αλλάξουν όλα γι’αυτόν. Του πήρε τα μυαλά. Σε λίγο καιρό τον είχε κάνει να ξεχάσει τους πάντες. Σταμάτησε να νοιάζεται  για οικονομίες. Στις διασκεδάσεις και τα ξενύχτια  τα έτρωγαν όλα. Σταμάτησε ακόμη να σκέπτετε και τους δικούς του, να τους στέλνει γράμματα. Μόνο στη μητέρα του έγραφε δυό λέξεις και την βοηθούσε οικονομικά λιγότερο.
Η παντρειά ήταν η συνέχεια  του δεσμού του με την Σαρρόν. Μάταια του έγραφε η Βασιλική, τον εκλιπαρούσε να μάθει νέα του, μια αληθινή αγάπη να μη γίνει στάχτη. Ώσπου κι’αυτή απελπίστηκε και σταμάτησε να του Γράφει.

Είχε προλάβει ο κυρ-Αλέξης ν’αγορἀσει ένα μικρό σπίτι με τις οικονομίες του που είχε κάνει το πρώτο καιρό, μια και ήταν καλός τεχνίτης κι’ο μισθός του ήταν διπλάσιος από κάθε άλλον. Εκεί εγκαταστάθηκαν και ο ίδιος συμβιβάστηκε με τον Αυστραλέζικο τρόπο ζωής: Ιπποδρομίες, ποδόσφαιρο, λέσχες, τηλεώραση κλπ. Έτσι κυλούσε η ζωή του χωρίς –ουσιαστικά- φίλους ή συγγενείς, χωρίς παιδιά και πατροπαράδοτα έθιμα.
Εκεί πάνω σ’αυτή την πολυθρόνα, έμαθε για τον θάνατο της μητέρας του και για τις παντρειές της αδελφής του και της Βασιλικής.

Μάζεψε τις φωτογραφίες, τα γράμματα, τα τοποθέτησε στο κουτί κι’ ύστερα έριξε το κεφάλι του μεσ’ τα δυό του χέρια κι’άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί.
Σε πολλά πράγματα ένιωσε ότι δεν είχε κάνει το σωστό, αλλά και ύστερα από 40 χρόνια κατάλαβε πως η δυνατή προσωπικότητα της  γυναίκας του τον ανάγκασε ν’ακολουθήσει ένα άλλο τρόπο ζωής από αυτόν που είξερε.
Και να τώρα, οι παιδικές αναμνήσεις, άρχισαν να φουντώνουν  δημιουργώντας μέσα του μια ανεκπλήρωτη νοσταλγία για τα μέρη που γεννήθηκε και μεγάλωσε.  Κάτι έπρεπε να κάνει. Τα γνωστά στέκια χωρίς πλέον την γυναίκα του δεν τον συγκινούσαν πια, γιατί παντού παραμόνευε μια υποτίμηση ή κάποια προσβολή μεταξύ αστείου και σοβαρού.Και παρ’ὀλο που είχε παντρευτεί Αυστραλέζα, λίγες ήταν οι στιγμές  που ένοιωθε αποδεκτός.  Γι’αυτό κι’αυτός τώρα θέλησε να προλάβει τον χαμένο χρόνο και με έκδηλο αυθορμητισμό, άρχισε να ζει στους ρυθμούς της ζωής των συμπατριοτών του. Αγόραζε Ελληνικές εφημερίδες, άκουγε Ελληνικά τραγούδια συνδέθηκε με τα Ελληνικά κανάλια. Πόσο αλήθεια  όλα είχαν αλλάξει στην Ελλάδα.Η πόλη που γεννήθηκε την έβλεπε στην τηλεώραση και του φαινόταν αγνώριστη.Ψηλά κτίρια, κίνηση, άνθρωποι γεμάτοι ζωή.

Άρχισε να λαβαίνει μέρος σε εκδηλώσεις συλλόγων της παροικίας μας, γνώρισε ανθρώπους, απόκτησε ξανά και πάλι φίλους. Είχε γίνει πλέον ένας άλλος άνθρωπος. Ώσπου κάποια στιγμή πήρε την μεγάλη απόφαση να γυρίσει πίσω στην πατρίδα. Όχι για διακοπές, αλλά για μόνιμη εγκατάσταση. Τίποτε πλέον δεν τον συγκρατούσε. Ούτε οι οικονομικές κρίσεις ούτε οι δεσμοί που είχε αποκτίσει με την δεύτερη πατρίδα του. Και κάποια μέρα πούλησε το σπίτι του, έφτιαξε τα χαρτιά του,βιάστηκε  να ετοιμάζει την βαλίτζα του. Την επιστροφή του στην Ελλάδα.

Η πατρίδα τον περίμενε, ίσως θυμωμένη λίγο, αλλά τον περίμενε. Για να του δώσει ξανά και πάλι  όσους από τους δικούς του ανθρώπους είχαν απομείνει. Για να του δώσει και πάλι την ζεστασιά των φίλων, να μπορεί να ανταλλάσει μαζί τους δυό κουβέντες και να πίνει ένα καφέ. Όσο αυτό ήταν δυνατόν βέβαια γιατί ο κυρ-Αλέξης θ’άφηνε πίσω του μια γή που πάνω σ αυτή έζησε καλά ή κακά την καθημερινότητα δεκάδων χρόνων,  αλλά και τις αναμνήσεις μια γυναίκας που παρ’όλα αυτά δεν είχε πάψει νά ναι η συντροφός του μέχρι την τελευταία στιγμή, κι’αυτό μετρούσε πολύ. Ωστόσο η αποφασή του ήταν αμετάκλητη!